ΚΟΡΩΝΟΪΟΣ: ΤΟ ΘΕΤΙΚΟ ΣΕΝΑΡΙΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Τα πιθανά αρνητικά σενάρια εξέλιξης της οικονομικής κρίσης λόγω του κορωνοϊού COVID-19 είναι κυριολεκτικά άπειρα και όριο έχουν μόνο την ανθρώπινη φαντασία. Αντιθέτως, τα πιθανά θετικά σενάρια είναι πεπερασμένα και μετρήσιμα. Στο άρθρο αυτό εξετάζουμε το θετικό σενάριο για την ελληνική οικονομία "αν όλα πάνε καλά", και μεταξύ των άλλων τι μπορεί να σημαίνει "καλά" σε ρεαλιστικό πλαίσιο.

1.000 λιρέτες Ιταλίας, χαρτονόμισμα. Πηγή: https://www.banknoteworld.org

Η δεύτερη σημαντικότερη αγωνία (αμέσως μετά την αγωνία για τις ανθρώπινες ζωές), με την οποία η πανδημία του κορωνοϊού COVID-19 φόρτωσε σχεδόν όλους τους ανθρώπους στις πληττόμενες χώρες, είναι η τεράστια ανησυχία για το πόσο θα διαρκέσει σε οικονομικό επίπεδο η πρωτόγνωρη αυτή κρίση, πόσο βαθιές και αναστρέψιμες (ή μη) θα είναι οι οικονομικές επιπτώσεις, και πόσο γρήγορα η επερχόμενη ύφεση θα δώσει τη θέση της στην “οικονομική κανονικότητα”, και περαιτέρω στη μεγέθυνση και την ανάπτυξη.

Τα πιθανά αρνητικά σενάρια εξέλιξης της οικονομικής κρίσης λόγω του ιού είναι κυριολεκτικά άπειρα, που μπορούν να κυμανθούν από το ενδεχόμενο μακράς περιόδου παραμονής σε οικονομική αδράνεια, το λιγότερο, μέχρι και εσχατολογικά σενάρια πλήρους κατάρρευσης του κυρίαρχου οικονομικού μοντέλου με παράλληλη απαξίωση των νομισμάτων, λιμούς, εκτεταμένες κοινωνικές αναταραχές, περιφερειακούς μέχρι παγκόσμιους πολέμους κ.α.. Για τον λόγο αυτόν δεν έχει νόημα να ασχοληθούμε με τις πιθανά αρνητικές εξελίξεις που όριο έχουν μόνο την ανθρώπινη φαντασία, δεδομένου άλλωστε και ότι, από την άλλη πλευρά, τα πιθανά θετικά σενάρια είναι πεπερασμένα και μετρήσιμα.

Ας δούμε, λοιπόν, τι θα συμβεί “αν όλα πάνε καλά”, και μεταξύ των άλλων τι μπορεί να σημαίνει “καλά” σε ρεαλιστικό πλαίσιο.

Παράμετρος πρώτη: Χρόνος λήξης της καραντίνας

Ένα παλιό αξίωμα θέλει το επιχειρηματικό σχέδιο να είναι τόσο καλό όσο καλές είναι οι υποθέσεις εργασίας (assumptions) στις οποίες στηρίζεται. Εξάλλου, είναι προφανές ότι κανένα σενάριο δεν μπορεί να σταθεί μόνο επί αγνώστων παραμέτρων (μεταβλητών), αν δηλαδή δεν υπάρχουν ταυτόχρονα και επαρκείς παράμετροι των οποίων το μέγεθος είναι εκ των προτέρων γνωστό ή μπορεί να μετρηθεί (σταθερές). Τα παραπάνω ισχύουν και για άρθρα άποψης όπως το παρόν.

Στην περίπτωση που εξετάζουμε, η πρώτη και σημαντικότερη σταθερά από την οποία οφείλουμε να ξεκινήσουμε είναι ο χρόνος εξόδου από την κατάσταση απαγόρευσης της κυκλοφορίας (“καραντίνα” ή lockdown), η οποία έχει επιφέρει την πλήρη κατάρρευση της προσφοράς και της ζήτησης σε όλους σχεδόν τους κλάδους της οικονομίας, πλην ίσως του διαδικτυακού τζόγου (που βεβαίως δεν είναι παραγωγικός κλάδος). Εδώ, εκ των πραγμάτων, υπάρχουν διεθνώς καταγεγραμμένες οι εξής προοπτικές διεξόδου:

  • Εμβόλιο: Το ιδανικό θα ήταν να έχουμε το εμβόλιο αύριο, ωστόσο αυτό είναι επιστημονικά ανέφικτο. Καθώς απέχουμε τουλάχιστον 6 μήνες, έως 24 ή και περισσότερους, από το να τεθεί σε κυκλοφορία το πρώτο εμβόλιο που θα κριθεί ασφαλές, το να αναγκαζόμασταν να περιμένουμε το εμβόλιο για την άρση των περιοριστικών μέτρων θα ήταν η χειρότερη δυνατή εξέλιξη, η οποία με τη σειρά της θα μπορούσε να καταστήσει τα εσχατολογικά σενάρια πιο πιθανά να συμβούν από τα μετρήσιμα. Ελπίζω να μη χρειαστεί να τεθεί καν ως θέμα συζήτησης.
  • Φάρμακο: Σε αντίθεση με το εμβόλιο, η παρασκευή ενός νέου φαρμάκου, ή η επιβεβαίωση της καταλληλότητας ενός ή περισσότερων υφιστάμενων φαρμάκων, που θα αποδειχθούν ικανά σε σημαντικό βαθμό ικανά να αντιμετωπίσουν τις συνέπειες της ίωσης, είναι κατά κανόνα ζήτημα μηνών έως και εβδομάδων. Και σε αυτήν την περίπτωση, ωστόσο, το διάστημα από την ημέρα που θα ανακοινωθεί ότι “βρέθηκε το κατάλληλο φάρμακο” για τον COVID-19, μέχρι τη στιγμή που το ΕΣΥ θα μπορεί να ανταπεξέλθει πλήρως, θα χρειαστεί χρόνος. Ασφαλώς, ο τυχόν εντοπισμός ή η παρασκευή κατάλληλου φαρμάκου θα συνιστά εξέλιξη εξαιρετικά θετική και για την οικονομία, ως μη ειδικός όμως δε θα πω τίποτα παραπάνω ως προς το χρονικό ορίζοντα στον οποίον μπορεί κάτι τέτοιο να συμβεί. Εκείνο που μπορούμε να αναμένουμε ως το πιο πιθανό είναι ότι ακόμη και αυτό το ενδεχόμενο πιθανότατα δεν μπορεί από μόνο του να δώσει διέξοδο από το καθεστώς lockdown σε λιγότερους από 2 μήνες από σήμερα.
  • Διατήρηση της εξάπλωσης σε χαμηλά επίπεδα: Αν και, κατά γενική ομολογία, τα μέχρι στιγμής δεδομένα για την εξέλιξη της νόσου στην Ελλάδα είναι ενθαρρυντικά, και αυτό οφείλεται στην έγκαιρη λήψη της απόφασης για lockdown, ωστόσο δεν είναι ακόμη επαρκή για την εξαγωγή στατιστικώς ασφαλών συμπερασμάτων. Σε κάθε περίπτωση, το να παραμείνει η ασθένεια επί μακρόν σε ελεγχόμενα χαμηλά επίπεδα ακούγεται ως η πιο ευχάριστη δυνατή εξέλιξη από κάθε άλλη άποψη, από οικονομική άποψη όμως θα αποτελούσε το χειρότερο ενδεχόμενο, και από κοινωνική πλήρες αδιέξοδο. Αυτό διότι, όσο υπάρχει διάδοση, έστω και μικρή, δε θα μπορούν να αρθούν τα περιοριστικά μέτρα που ισχύουν σήμερα υπό το φόβο της υποτροπής, αλλά και της πιθανής μετάλλαξης του ιού προς το επιθετικότερο (ενδεχόμενο που δεν πρέπει  ποτέ να ξεχνούμε ως το χειρότερο πιθανό). Η Κυβέρνηση, εξάλλου, θα είναι πολύ δύσκολο να διακινδυνεύσει να “ανοίξουν οι πόρτες των σπιτιών” και τα σύνορα το Μάιο αν υπάρχει ο φόβος ο ιός να επιστρέψει δριμύτερος τον επόμενο ή μεθεπόμενο μήνα. Και τούτο αδιαφόρως, ενδεχομένως, και της προσδοκώμενης αύξησης της ικανότητας του ΕΣΥ να ανταπεξέλθει όσο περνά ο χρόνος.
  • Καθολική ίαση & ιχνηλάτηση: Με τα σημερινά δεδομένα, το θετικότερο ενδεχόμενο για τη δημόσια υγεία είναι και το μόνο ρεαλιστικό για την οικονομία: Κατά το παράδειγμα της Wuhan, για να λήξει το lockdown πρέπει όλοι όσοι έχουν προσβληθεί και δεν υποκύψουν στη νόσο (δηλαδή ασυμπτωματικοί, με ήπια συμπτώματα και νοσηλευόμενοι) να ιαθούν, και παράλληλα, σε ολόκληρη τη χώρα και σε καθημερινή βάση, να γίνονται επαρκή σε αριθμό και ακρίβεια διαγνωστικά τεστ ώστε να υπάρχει η απαιτούμενη “ασφάλεια στους αριθμούς”, δηλαδή να φτάσουμε σε σημείο σχεδόν απόλυτης βεβαιότητας ότι δεν υφίστανται μη καταγεγραμμένα ή “νέα” κρούσματα τα οποία δεν απομονώνονται εγκαίρως. Σημειώνεται ότι η Επαρχία Hubei της Κίνας (με πρωτεύουσα τη Wuhan) μπήκε σε καθεστώς πλήρους απαγόρευσης κυκλοφορίας (hard lockdown) τη νύχτα της 23ης Ιανουαρίου 2020, πέτυχε να ελέγξει την εξάπλωση (curve flattening) την 1η Μαρτίου (5,5 εβδομάδες από το lockdown) και μόλις χτες ανακοινώθηκε ότι θα βγει πλήρως από το καθεστώς lockdown στις 8 Απριλίου (11 εβδομάδες από to lockdown). Αν “μεταφέρουμε” το σενάριο αυτό στην Ελλάδα, κι εφόσον όλα εξελιχθούν ιδανικά (curve flattening assumption), τότε η άρση των μέτρων απαγόρευσης κυκλοφορίας δεν πρέπει να αναμένεται πριν τις 30 Μαΐου 2020 (11 εβδομάδες από το lockdown στη χώρα μας, που εισήχθη στις 14 Μαρτίου). Αν, ωστόσο, παρατηρηθεί κάθετη αύξηση των κρουσμάτων τις επόμενες ημέρες έως εβδομάδες, τότε καθίσταται αυτομάτως αδύνατο να επιστρέψουμε σε μια κάποια κανονικότητα τόσο σύντομα.
  • Καιρός: Το αν ο ιός εμφανίζει εποχικότητα και η εξάπλωσή του επιβραδύνεται σημαντικά από την άνοδο της θερμοκρασίας εξακολουθεί να τελεί υπό διερεύνηση και οι γνώμες διίστανται. Σε κάθε περίπτωση, και πάλι καταλήγουμε στην αναγκαιότητα της παραμονής υπό εγκλεισμό μέχρι την έναρξη του καλοκαιριού – στην αισιόδοξη εκδοχή.

Συμπερασματικά, με κανένα από τα θετικά για την οικονομία, και βεβαίως για τη δημόσια υγεία, ενδεχόμενα, δεν προβλέπεται για την Ελλάδα έξοδος από το καθεστώς απαγόρευσης της κυκλοφορίας πριν τα τέλη Μαΐου του 2020.

Παράμετρος δεύτερη: Διεθνές περιβάλλον

Ακόμη, όμως, κι αν όλα εξελιχθούν κατά τον καλύτερο τρόπο και τα μέτρα περιορισμού των εσωτερικών μετακινήσεων αρθούν κάποια στιγμή πριν τον προσεχή Ιούνιο, όπως ευελπιστούμε, δεν μπορεί να γίνει το ίδιο και για τους περιορισμούς στη διεθνή κυκλοφορία προσώπων, λόγω της αναμενόμενης διαφοράς φάσης με τις υπόλοιπες χώρες. Ακόμη, δηλαδή, κι αν η Ελλάδα τα καταφέρει περίφημα σε υγειονομικό επίπεδο και η οικονομία επανεκκινηθεί αρχές Ιουνίου, προφανώς και δε θα ισχύει το ίδιο για την Ιταλία, το Ηνωμένο Βασίλειο, τις ΗΠΑ, την Ισπανία, ενδεχομένως τη Γερμανία και πολλές άλλες χώρες. Πρακτικά αυτό σημαίνει ότι, για το φόβο της υποτροπής, δε θα είναι δυνατόν να ανοίξουν πλήρως τα σύνορα μέχρι να υπάρξει ίαση σε καθεμιά από τις χώρες αυτές, ή κάποιο άλλο από τα παραπάνω θετικά ενδεχόμενα (φάρμακο, υψηλή εποχικότητα του ιού κλπ). Ας μην ξεχνάμε και ότι, για να κριθεί, είτε από τη δική μας χώρα (που θα έχει και την ευθύνη περίθαλψης) είτε από τις χώρες προέλευσης, ασφαλής η μετάβαση διεθνών ταξιδιωτών στην Ελλάδα, το ΕΣΥ θα πρέπει να έχει ήδη αποδείξει ότι είναι ικανό να ανταπεξέλθει στις ανάγκες της τουριστικής περιόδου, δηλαδή όχι μόνο για τον τοπικό πληθυσμό αλλά και για τους τουρίστες.

Ρεαλιστικά, όλα τα παραπάνω σημαίνουν ότι η φετινή τουριστική σαιζόν για το σύνολο του ταξιδιωτικού κλάδου έχει ήδη χαθεί, όχι μόνο για το 2ο τρίμηνο (ολοκληρωτικά, όπως είναι προφανές), αλλά ίσως και για ολόκληρο το 3ο τρίμηνο σε ό,τι αφορά τις διεθνείς αφίξεις, κάτι που θα επιφέρει πτώση κατά τουλάχιστον 50% του ετήσιου τουριστικού εσόδου, με τους πιο συντηρητικούς υπολογισμούς. Δεν έχει νόημα να αναλωθούμε σε ασκήσεις επί χάρτου, γι’ αυτό απλώς παρατίθενται στο τέλος του άρθρου οι πηγές από τις οποίες μπορεί ο καθένας να αντλήσει στοιχεία για να κάνει τους υπολογισμούς του και να βγάλει τα δικά του συμπεράσματά. Αυτό που έχει σημασία να τονιστεί εν προκειμένω είναι το αποτέλεσμα: μια απώλεια της τάξεως των 7-8 δισεκατομμυρίων Ευρώ θα πρέπει να θεωρείται ήδη βέβαιη ως συνέπεια της κατάρρευσης των τουριστικών εσόδων από τις διεθνείς αφίξεις και μόνο, χωρίς να συνυπολογίσουμε τις απώλειες των άλλων κλάδων που επηρεάζονται από τον τουρισμό και την εστίαση, αλλά και των υπόλοιπων κλάδων που θα πληγούν ευθέως ή εμμέσως.

Αν υπάρχει κάτι θετικό μέσα σε όλη αυτή την κατάσταση για τη χώρα μας, από οικονομικής άποψης, είναι πως η κρίση του κορωνοϊού πλήττει ταυτόχρονα και κατ’ ανάλογο περίπου τρόπο όλες τις ανταγωνιστικές εθνικές οικονομίες. Έτσι, τα έσοδα που θα χαθούν από μια χώρα δε θα ενισχύσουν την οικονομία μιας άλλης, επομένως ούτε και την ανταγωνιστικότητά της έναντι της Ελλάδος. Αν χρησιμοποιήσουμε ένα παράδειγμα από το μηχανοκίνητο αθλητισμό, μπορούμε να πούμε ότι αυτό που συνέβη, από την οπτική του ανταγωνισμού μεταξύ εθνικών οικονομιών, μοιάζει με τον γύρο ασφαλείας μετά από σοβαρό ατύχημα σε αγώνα της Formula 1: τα μέχρι εκείνη τη στιγμή “κέρδη” του αγώνα σχεδόν μηδενίζονται και όλοι ξεκινούν περίπου από την ίδια γραμμή. Φυσικά, το καλύτερο σύνολο αυτοκινήτου – οδηγού παραμένει στην κορυφή και λιγότερο ικανό εξακολουθεί να υστερεί. Το “ατύχημα”, όμως, δε διευρύνει το χάσμα αλλά το μειώνει – αρκεί να μην υπάρξουν άλλες αστοχίες και …αναγκαστούμε να μπούμε στα pits.

Παράμετρος τρίτη: Ο παράγων ρευστότητα

Κι έτσι φτάνουμε στην πιο κρίσιμη, μετά τον παράγοντα χρόνο, παράμετρο του θετικού σεναρίου για την οικονομία: εφόσον η καραντίνα στην Ελλάδα λήξει περί τα τέλη Μαΐου ή αρχές Ιουνίου (και όχι πολύ αργότερα), θα υπάρξουν οι προϋποθέσεις γρήγορης επανεκκίνησης για τους περισσότερους κλάδους της οικονομίας ΕΑΝ εκείνη τη στιγμή διατίθεται ρευστότητα για τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις, και μάλιστα για όλους και σχεδόν αδιακρίτως, τουλάχιστον στα επίπεδα που ήταν πριν την καραντίνα, αν όχι παραπάνω. Στο ενδιάμεσο, θα πρέπει το Κράτος να έχει ήδη διαθέσει ρευστότητα επαρκή για να μην προκληθούν ανθρωπιστικές κρίσεις, είτε κατά το διάστημα της καραντίνας είτε αμέσως μετά τη λήξη της.

Κάτω από αυτές τις συνθήκες, που ο κίνδυνος είναι ο τρομακτικός αποπληθωρισμός και η μακρά ύφεση, η τυχόν επίκληση του πληθωριστικού κινδύνου ως λόγου για τη μη έκδοση χρήματος (με τον έναν ή τον άλλον τρόπο) ακούγεται σχεδόν αστεία (στη δε στην περίπτωση της Γερμανίας ύποπτη, κατά τη γνώμη μου), δεδομένης της πλήρους διακοπής κάθε οικονομικής δραστηριότητας. Είναι σα να σου ζητά κάποιος ψωμί για να μην πεθάνει από την πείνα και να αρνείσαι να του το δώσεις χρησιμοποιώντας ως δικαιολογία τον “κίνδυνο” να γίνει παχύσαρκος.

Οι ζημίες, βέβαια, δε θα αναπληρωθούν από τη μια μέρα στην άλλη. Πρέπει όμως να υπάρξει μια – ενδεχομένως ελεγχόμενη, πάντως κρατικώς υποβοηθούμενη – έκρηξη της ζήτησης, που σε μερικούς κλάδους, και ιδίως στον τουρισμό και την εστίαση, πρέπει να είναι σημαντική, λαμβανομένης υπόψη και της εποχής (αρχές καλοκαιριού), ώστε να ξαναρχίσει να “κυκλοφορεί το χρήμα στην αγορά”. Ειδικά, μάλιστα, τη στιγμή που θα πρέπει η πτώση στο διεθνή τουρισμό να αντισταθμιστεί όσο περισσότερο γίνεται από τον εσωτερικό τουρισμό.

Για να το πούμε απλά και σχηματικά, την ώρα που θα αρθούν τα περιοριστικά μέτρα “θέλεις” ως Κράτος, ως οικονομία, ως επιχείρηση, και ως ΕΚΤ βεβαίως, οι καταναλωτές να έχουν στο χέρι τους όσα χρήματα χρειάζονται για να ξαναρχίσουν αμέσως να ξοδεύουν, να φάνε έξω, να πάνε διακοπές, και γενικά να υπάρξει μια ώθηση στη ζήτηση που θα ισορροπήσει, κάποια στιγμή εντός του δωδεκαμήνου, με την προσφορά στα προ κρίσης επίπεδα. Της ίδιας σημασίας με την ουσία της παρέμβασης στη ρευστότητα είναι και η παρέμβαση στην ψυχολογία: είναι απολύτως κρίσιμο οι πολίτες να μη νιώσουν οικονομικά κατεστραμμένοι και καταχρεωμένοι, ιδίως μάλιστα μετά από 3 μήνες σε κατ’ οίκον περιορισμό!

Γι’ αυτό και συζητείται και ζητείται διεθνώς, πλέον, και μάλιστα απερίφραστα (π.χ. παρέμβαση Ντράγκι εδώ), ή ήδη αποφασίζεται στις ισχυρές οικονομίες που διαθέτουν δικό τους νόμισμα (π.χ. βλ. σχόλιο για τις ΗΠΑ εδώ), η χορήγηση απεριόριστης ρευστότητας ως μονόδρομος για την ανάκαμψη (με τους όρους “whatever it takes” ή “helicopter money“).

Παράμετρος τέταρτη: Ευρωζώνη

Όμως, όλα τα παραπάνω εξαρτώνται σε πρώτη φάση από το Ευρώ: ένα νόμισμά που δε διαθέτει κανένα από τα χαρακτηριστικά που θα το καθιστούσαν εργαλείο σε περιόδους κρίσεων (όπως κάθε άλλο, κανονικό, θα λέγαμε, νόμισμα) και όχι εμπόδιο. Ένα νόμισμα το οποίο είναι το νόμιμο μέσο πληρωμής σε χώρες με διαφορετικές οικονομίες, διαφορετικές ανάγκες, διαφορετική φορολογική πολιτική και διαφορετική ανταγωνιστικότητα, και για το οποίο κάθε απόφαση λαμβάνεται με ομοφωνία 19 ηγετών κρατών τα οποία έχουν διαφορετικά και αντικρουόμενα ζωτικά συμφέροντα. Θα επρόκειτο για ανέκδοτο, αν δε ήταν δράμα. Αυτές οι δραματικές ανεπάρκειες του Ευρώ και οι παράλογες αντιφάσεις της Ευρωζώνης είναι που ξανάνοιξαν τη συζήτηση για παράλληλα ή εναλλακτικά μέσα πληρωμής, και μάλιστα με δηλώσεις, πλέον, κορυφαίων πολιτειακών παραγόντων, όπως η προχθεσινή δήλωση του Πρωθυπουργού της Ιταλίας Τζουζέπε Κόντε που υπονοούσε αυτό ακριβώς κάνοντας λόγο για λύση “με τις δικές μας δυνάμεις”.

Επιτρέψτε μου, στο σημείο αυτό, μια αναγκαία παρένθεση: Πολλοί στη χώρα μας κάνουν το λάθος να συγκρίνουν τη σημερινή κατάσταση με την κρίση του 2015 και την τότε συζήτηση για έξοδο από το Ευρώ ή παράλληλα μέσα πληρωμής. Όμως, η διαφορά είναι τεράστια. Σήμερα δεν αντιμετωπίζουμε κατάσταση κρίσης δανεισμού μιας μικρής περιφερειακής χώρας, όπως η Ελλάδα το 2015, έναντι 18 θωρακισμένων οικονομιών και των τραπεζών τους, αλλά του ορατού κινδύνου ολοκληρωτικής καταστροφής, όμοιας σε οικονομικό επίπεδο με την κατάσταση των ευρωπαϊκών οικονομιών το 1945 (η μόνη διαφορά είναι πως δεν έχουν βομβαρδιστεί τα εργοστάσια).

Με απλά λόγια, οι εναλλακτικές σήμερα για όλες τις χώρες της Ευρωζώνης, άρα και για την Ελλάδα, είναι μόνο τρεις: είτε (α) ένα ευρωπαϊκό “σχέδιο Μάρσαλ“, ας το πούμε έτσι χάριν ευκολίας, ενδεχομένως μέσω των ευρωομολόγων ή με άλλον ανάλογο τρόπο, ή (β) παράλληλα / συμπληρωματικά μέσα πληρωμής, τα οποία όχι μόνο δεν πρέπει να θεωρούνται ταμπού αλλά “αναπνευστήρας” σε περίπτωση που η Γερμανία συνεχίσει να χειρίζεται το Ευρώ ως μηχανισμό ασφυξίας, ή (γ) ύφεση και δυσβάσταχτα δημόσια και ιδιωτικά χρέη για την υπόλοιπη ζωή των περισσότερων από μας. Και πριν γελάσουν κάποιοι, σημειώνω ότι τα κρατικά παράλληλα νομίσματα είχαν αρχίσει να εξετάζονται από πολλές χώρες καιρό πριν την κρίση του κορωνοϊού, και μάλιστα στη Σουηδία το παράλληλο νόμισμα e-krona ήδη τέθηκε σε πιλοτική κυκλοφορία από την Κεντρική της Τράπεζα της χώρας στις 20 Φεβρουαρίου 2020.

Παράμετρος πέμπτη: Ελληνική Κυβέρνηση

Θα αντιπαρέλθω, τουλάχιστον για την ώρα, τον τεράστιο πειρασμό να αναλύσω την ανέλπιστη ευκαιρία που η κρίση του κορωνοϊού φέρνει για την παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας, ιδίως προς τη στρατηγική ενίσχυσης της ανταγωνιστικότητας των ελληνικών επιχειρήσεων με ταυτόχρονη αύξηση της εσωτερικής κατανάλωσης, κάνοντας μόνο ένα σχόλιο: αν έχουμε πολιτική ηγεσία με όραμα και τόλμη, κι αν η ενίσχυση της παραγωγικής βάσης της χώρας αποτελεί στρατηγικό στόχο της Κυβέρνησης, δε θα μπορούσε να υπάρξει καλύτερη στιγμή για να ξεκινήσει η αναδιάρθρωση του πρωτογενή τομέα και μαζί η ανασυγκρότηση της μεταποίησης – ένα ελληνικό new deal. Κλείνουμε την παρένθεση και συνεχίζουμε.

Όπως μπορεί ο καθένας να αντιληφθεί, τα θεμέλια της οικονομικής δραστηριότητας είναι:

  • Η ισορροπημένη ρευστότητα, δηλαδή ούτε ανεπαρκής αλλά ούτε και υπερβολική.
  • Η γρήγορη κυκλοφορία του χρήματος, η οποία με τη σειρά της παράγει δημόσια έσοδα, και
  • η εμπιστοσύνη, η οποία ευνοεί την κυκλοφορία του χρήματος, βοηθά τη ρευστότητα να διατηρήσει τη λεπτή ισορροπία μεταξύ πληθωρισμού και αποπληθωρισμού και ενισχύει την επίσης λεπτή ισορροπία μεταξύ προσφοράς και ζήτησης, άρα τη διατήρηση των τιμών σε “λογικά” μεγέθη. Σημαντική προϋπόθεση της εμπιστοσύνης είναι η θετική ψυχολογία των καταναλωτών.

Πρόκειται για ένα εύθραυστο οικοδόμημα του οποίου αυτή τη στιγμή έχουν καταρρεύσει και τα τρία θεμέλια, καθώς έχουμε: ισχνή ρευστότητα λόγω αναστολής της οικονομικής δραστηριότητας, σχεδόν μηδενική κυκλοφορία του χρήματος, και πλήρη απώλεια της εμπιστοσύνης λόγω της αβεβαιότητας – κι ας μη μιλήσουμε καν για την ψυχολογική κατάσταση των έγκλειστων (μη) καταναλωτών.

Παρατηρούμε, πάντως, ότι και σε αυτήν την περίπτωση όλοι σχεδόν οι κλάδοι της οικονομίας έχουν πληγεί ταυτόχρονα, εσωτερικά ισομερώς, και σχεδόν καθολικά. Αυτό είναι κατά κάποιον τρόπο θετικό (αν μπορούμε να πούμε ότι υπάρχουν θετικά σε αυτήν την κρίση) διότι ουσιαστικά είναι σαν να πάγωσε ο χρόνος για όλους, κάτι που θα ενισχύσει την εμπιστοσύνη εφόσον η οικονομική δραστηριότητα επιστρέψει ταυτόχρονα για όλους.

Η ελληνική Κυβέρνηση, παρά τα λάθη και τη σχεδόν ολοκληρωτική αστοχία στο στάδιο της υγειονομικής προετοιμασίας (π.χ. έχει πια αποδειχθεί ότι την ώρα που ξεκίνησε η κρίση, παρά τις αστείες δηλώσεις για “θωράκιση της χώρας” δεν υπήρχε επάρκεια σχεδόν σε τίποτα, ούτε σε κλίνες ΜΕΘ, ούτε σε προσωπικό, ούτε σε διαγνωστικά τεστ, ούτε καν σε ατομικά μέσα προστασίας), πήρε δυο απόλυτα σωστές και εξαιρετικά σημαντικές αποφάσεις, σε ό,τι αφορά εμμέσως ή αμέσως και την οικονομία: γρήγορο lockdown, και συμμετοχή στο μέτωπο των χωρών που απαιτούν την έκδοση Ευρωομολόγου. Αυτό που χρειαζόμαστε είναι να πετύχει σε τρεις κρίσιμους τομείς από δω και πέρα, αν θέλουμε να επανεκκινηθεί η οικονομία γρήγορα και σε σταθερές βάσεις:

  • Επάρκεια σε διαγνωστικά ανοσολογικά τεστ: Για να τερματιστεί το lockdown, σύμφωνα με το παράδειγμα της Wuhan πρέπει η Κυβέρνηση να καταφέρει να περάσει στο στάδιο των καθολικών ελέγχων, όπως έχει προ καιρού αναγγείλει, όσο πιο γρήγορα γίνεται. Κάθε μέρα καθυστέρησης έχει κόστος για την οικονομία ίσως μεγαλύτερο από ό,τι για την υγεία, το οποίο θα γίνει ανυπολόγιστο αν φτάσουμε στις αρχές Μαΐου και οι έλεγχοι δεν έχουν ακόμη ξεκινήσει. Για να το πούμε απλά, όσο χαμηλά κι αν είναι τα ποσοστά προσβολής και θνησιμότητας, χωρίς επαρκείς ελέγχους μετάδοσης του ιού δεν “ανοίγουν οι πόρτες” – εκτός αν στο μεταξύ έχει ανακαλυφθεί κατάλληλο φάρμακο ή διαπιστωθεί ότι η εξάπλωση του ιού εμποδίζεται σε κρίσιμο βαθμό από την άνοδο της θερμοκρασίας.
  • Τολμηρές νομισματικές αποφάσεις: Αν τελικά η Γερμανία δεν καμφθεί και δε συναινέσει στην έκδοση Ευρωομολόγου, η Ελληνική Κυβέρνηση, πιθανόν σε συνεννόηση με τις άλλες χώρες που πιέζουν, αλλά αν χρειαστεί και αυτόνομα, πρέπει να προετοιμάσει και να ενεργοποιήσει ταχύτατα παράλληλο σύστημα πληρωμών. Στις συνθήκες που περιεγράφησαν παραπάνω, είναι ξεκάθαρο ότι οι μέχρι στιγμής διαθέσιμες λύσεις από τον μηχανισμό του ESM (πιστωτική γραμμή και ποσοτική χαλάρωση “QE” με waiver για την Ελλάδα) είναι “μπαζούκας”, ενώ αυτό που χρειαζόμαστε είναι “ελικόπτερο” (μια πολύ ενδιαφέρουσα άποψη εδώ). Δεν έχουμε την πολυτέλεια, ως χώρα, να εγκλωβιστούμε σε νέο ζουρλομανδύα ανεπαρκούς χρηματοδότησης της οικονομίας και αδυναμίας χάραξης της κατάλληλης για τις δικές μας ανάγκες νομισματικής πολιτικής. Αυτό είναι καθαρά ευθύνη της Ελληνικής Κυβέρνησης και δεν υπάρχουν δικαιολογίες.
  • Ενσυναίσθηση: Ο άνευ προηγουμένου εμπαιγμός των Δικηγόρων με τα σεμινάρια κατάρτισης αντί για τη χορήγηση έκτακτου βοηθήματος, οι απίστευτες κυβιστήσεις σε ό,τι αφορά τις εισπρακτικές εταιρίες που δήθεν θα έκλειναν αλλά …”συμβάλλουν στη διατήρηση της κουλτούρας πληρωμών“, η καταβολή ποσών για υπηρεσίες επικοινωνίας που ο νόμος ορίζει ότι διατίθενται δωρεάν, ακόμη και οι συζητήσεις για ενίσχυση της ρευστότητας μέσω των τραπεζών, αν και αφορούν διαφορετικούς και φαινομενικά ασύνδετους μεταξύ τους τομείς, απλώς αποτελούν ενδείξεις, αν όχι αποδείξεις, του ίδιου φαινομένου: η Κυβέρνηση χάνει όλο και περισσότερο την επαφή με την κοινωνική και οικονομική πραγματικότητα – ενδεχομένως, δε, και να μην ενδιαφέρεται αρκετά για την πραγματικότητα του μέσου νοικοκυριού ή της μέσης επιχείρησης. Για παράδειγμα, πώς θα φτάσει μέσω των Τραπεζών η ρευστότητα  στις επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά, όπως ήδη συζητείται, τη στιγμή που ένας τεράστιος αριθμός οικονομικά ενεργών πολιτών είναι στις μαύρες λίστες του Τειρεσία και δεν αναμένεται να ξαναπάρουν δάνειο ποτέ στη ζωή τους; Ακόμη κι αν όλα τα άλλα πάνε καλά, η ιδιοσυγκρασία Κυβέρνησης θα είναι ο μεγαλύτερος παράγοντας ανάσχεσης της ανάκαμψης, αν δεν αλλάξει ρότα. Μιας Κυβέρνησης που πρέπει να ξεπεράσει τον κακό της εαυτό σε πολλά επίπεδα για να μπορέσει να ανταπεξέλθει στις προκλήσεις.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Ρεαλιστικά μιλώντας, το θετικό σενάριο για την ελληνική οικονομία προϋποθέτει πρώτα από όλα να λήξει το καθεστώς περιορισμού των εσωτερικών μετακινήσεων περί τα τέλη Μαΐου (για τους λόγους που εξηγήθηκαν το να λήξει πιο πριν κρίνεται μη ρεαλιστικό, με τα σημερινά επιδημιολογικά δεδομένα).

Περαιτέρω θα θέλαμε, ιδανικά, την ίδια περίοδο να έχουν αποδεδειγμένα ξεπεράσει την επιδημία και οι μεγαλύτεροι αγοραστές του ελληνικού τουριστικού προϊόντος, δηλαδή κατά σειρά εισπράξεων (σύμφωνα με τα στοιχεία του Γ’ τριμήνου του 2019) η Γερμανία (15,46%), το Ηνωμένο Βασίλειο (15,17%), η Ιταλία (7,05%), η Γαλλία (6,09%) και οι ΗΠΑ (5,74%), αλλά αυτό μάλλον δεν είναι ρεαλιστικό ως ενδεχόμενο. Έτσι, η όποια αναπλήρωση μπορεί να έρθει, εφόσον γίνουν οι κατάλληλες προωθητικές ενέργειες στον ελάχιστο χρόνο μεταξύ της λήξης της καραντίνας και του διμήνου Ιουλίου – Αυγούστου, μερικώς από τρίτες χώρες που θα έχουν ξεπεράσει την επιδημία, όπως η Κίνα, ενδεχομένως η Ρωσία και πιθανόν οι Βαλκανικές χώρες, αλλά κυρίως από τον εσωτερικό τουρισμό. Σημειώνεται, ωστόσο, ότι Κίνα, Ρωσία, Βουλγαρία και Ρουμανία μαζί δεν ξεπέρασαν πέρσι το 7% του συνόλου των αφίξεων σε τουριστικά καταλύματα, ο δε εσωτερικός τουρισμός το 2019 κάλυψε το 27,17% του συνόλου των αφίξεων.

Σε κάθε περίπτωση, τέλος, για να επιτευχθεί οποιοδήποτε θετικό αποτέλεσμα στην ελληνική οικονομία θα πρέπει να διατεθεί τεράστια ρευστότητα (αδιαφόρως πηγής) στις επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά, από τα τέλη Μαΐου και εξής – και να δοθεί απευθείας, από το Κράτος στους δικαιούχους χωρίς μεσάζοντες.

Το θετικό σενάριο για την οικονομία, λοιπόν, απαιτεί η Κυβέρνηση να κινηθεί με σοβαρότητα σε ό,τι αφορά το υγειονομικό μέρος της εξίσωσης, τολμηρά σε ό,τι αφορά το νομισματικό, και με διαρκή επαφή με την κοινωνία για να έχουν αποτέλεσμα τα προηγούμενα δυο.

Εύχομαι να τα καταφέρει.


Πηγές:

Τράπεζα της Ελλάδος: στοιχεία για τις ταξιδιωτικές υπηρεσίες στην Ελλάδα

Eurostat: Βασικά μεγέθη του ευρωπαϊκού τουρισμού

Ελληνική Στατιστική Αρχή: Τουρισμός στην Ελλάδα (2019)

Βάση δεδομένων ΣΕΤΕ

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΠΑΡΙΣΣΗΣ
Σύμβουλος Στρατηγικής - Δικηγόρος και Οικονομολόγος. Οι πολιτικές του απόψεις συνοψίζονται στη φράση "ελεύθερη οικονομία με κρατική εποπτεία χάριν της κοινωνικής δικαιοσύνης" αλλά, όπως λέει, δεν εκπροσωπούνται πια στη Βουλή. Διαβάζει όσο περισσότερο μπορεί, γράφει μόνο για ό,τι ξέρει.
ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ