ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΜΕ ΤΟΝ ΚΥΡΙΑΚΟ

Το πρόβλημα με τον Κυριάκο Μητσοτάκη είναι, αφενός ότι νομίζει πως δεν καταλαβαίνουμε, είτε σε ό,τι αφορά τις θέσεις του για κρίσιμα ζητήματα στα οποία ενεργεί ενάντια στη βούληση του Λαού (και αυτός, όπως ο Τσίπρας), είτε σε ό,τι αφορά τις επιλογές προσώπων σε σημαντικές θέσεις, και από την άλλη - και κυρίως - ότι δείχνει να μη νιώθει, να μην καταλαβαίνει ο ίδιος τι πάει να πει κρίση, όχι στους αριθμούς αλλά στην ουσία της. Ίσως βέβαια να τον αδικώ, και απλώς να μην τον νοιάζει.

Από το χιονοδρομικό κέντρο Καλαβρύτων. Πηγή εικόνας: https://www.tilestwra.com/o-kyriakos-mitsotakis-sta-kalavryta-gia-ski/

Στο πρώτο Συνέδριο της Νέας Δημοκρατίας, τον Απρίλιο του 1979, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής ξεκίνησε την ομιλία του με μια διαχρονική διαπίστωση, λέγοντας: «Ένα κόμμα θα κριθεί, ως προς τη θέση την οποίαν έχει εις την πολιτική ζωή της χώρας, από τις Αρχές του, (…) από τις πράξεις του, κι απ’ τη σύνθεσή του», εννοώντας τα πρόσωπα που το απαρτίζουν. Αυτό το τρίπτυχο είναι το «ζύγι», όχι μόνο του Κυριάκου Μητσοτάκη, αλλά και κάθε πολιτικού αρχηγού, κάθε επικεφαλής ενός κόμματος, έναντι του κόσμου τον οποίον εκπροσωπεί διά της θέσης του στην κορυφή της παράταξης. Κι όταν όλα δείχνουν ότι ο συγκεκριμένος πολιτικός αρχηγός θα είναι ο επόμενος Πρωθυπουργός, ενόψει εκλογών με το τρίπτυχο αυτό κρίνεται και η καταλληλότητά του για την πρωθυπουργία. «Πόσα δράμια πιάνει» ο Κυριάκος Μητσοτάκης, λοιπόν, από τη μέχρι σήμερα πορεία του ως Αρχηγός της Νέας Δημοκρατίας;

Ας ξεκινήσουμε από τις Αρχές της Νέας Δημοκρατίας, της οποίας ηγείται. Το επετειακό αφιέρωμα που δημιούργησε το επικοινωνιακό Επιτελείο του Κυριάκου Μητσοτάκη όταν εξελέγη Πρόεδρος, με τίτλο «αυτή είναι η Νέα Δημοκρατία», ξεκινά με ένα απόσπασμα από άλλη ιστορική ομιλία του Κωνσταντίνου Καραμανλή, στην οποία ο ιδρυτής της ΝΔ διακηρύσσει ότι «η Νέα Δημοκρατία είναι απροκατάληπτη εθνική παράταξη». Στο δε συνέδριο που αναφέραμε παραπάνω, ο ιδρυτής του κόμματος περιέκλεισε σε μια πολύ σύντομη φράση και το ιδεολογικό της στίγμα, λέγοντας ότι η Νέα Δημοκρατία πιστεύει στην ελεύθερη αγορά με κρατική εποπτεία χάριν της Κοινωνικής Δικαιοσύνης. Με την Αρχή αυτήν η Κοινωνική Δικαιοσύνη καθίσταται ο λόγος ύπαρξης της κρατικής εποπτείας, η οποία έχει σκοπό να εμποδίσει τις ανισότητες που επιφέρει ο «κλασσικός φιλελευθερισμός» (αναφέρεται και αυτό στην ομιλία). Σημαίνει διασφάλιση των ίσων ευκαιριών, υπεράσπιση των αδυνάτων, λειτουργία της αγοράς με κανόνες και όχι με την περίφημη «αυτορρύθμιση». Σημαίνει Κράτος πάνω από την Αγορά και όχι το αντίθετο. Σημαίνει, τέλος, Κράτος με ενσυναίσθηση, αν μπορούμε να το πούμε έτσι, που προσαρμόζει τις πολιτικές του στις ανάγκες των πολιτών, και όχι τις ζωές των πολιτών στις ανάγκες «των αγορών» ή σε ξένες επιταγές. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η Κοινωνική Δικαιοσύνη καθίσταται αυτοσκοπός της διακυβέρνησης και ο κανόνας, το μέτρο με το οποίο θα κριθεί η ποιότητά της.

Για να δούμε, λοιπόν, τις πράξεις του ιδίου και του κόμματος, για να διαπιστώσουμε κατά πόσο διαφυλάττονται οι Αρχές της ΝΔ από τη σημερινή ηγεσία της, ξεκινώντας από το εθνικό θέμα που συνέτριψε τον ΣΥΡΙΖΑ στις πρόσφατες Ευρωεκλογές – και βεβαίως θα παίξει κρίσιμο ρόλο στις Εθνικές Εκλογές την 7η Ιουλίου, όσο κι αν όλοι, σχεδόν, προσπαθούν να το υποβαθμίσουν.

Όταν ολόκληρη η χώρα σείονταν από το πρώτο Συλλαλητήριο για τη Μακεδονία, ο Κυριάκος Μητσοτάκης πήγε για σκι στα Τρίκαλα Κορινθίας. Δε θεωρούσε το ζήτημα – και δεν το έκρυβε –τίποτα παραπάνω από μια «ενόχληση» στο δρόμο του προς την εξουσία: κάτι για το οποίο έπρεπε να πάρει θέση, ενώ δεν το ήθελε. Βέβαια, διαθέτει ισχυρά πολιτικά αντανακλαστικά (αυτό πρέπει να του το αναγνωρίσουμε) και μόλις είδε τη συγκλονιστική αντίδραση του Λαού έσπευσε να συνταχθεί. Μόνο που συντάχθηκε …«τόσο όσο»: δήλωσε «εγκαίρως» ότι θα σεβαστεί την όποια συμφωνία με τα Σκόπια, ώστε να βοηθήσει τον Ζάεφ στο σκοπιανό δημοψήφισμα (και να ικανοποιήσει τις Μεγάλες Δυνάμεις), και στη συνέχεια άρχισε να «πολεμά» τον ΣΥΡΙΖΑ με αεροβόλο (σε επίπεδο δηλώσεων, δηλαδή). Μάλιστα, κατά τη συζήτηση στην Ολομέλεια της Βουλής, αν δε με απατά η μνήμη μου, η ΝΔ δεν κατέθεσε ούτε μία ένσταση αντισυνταγματικότητας. Αμέσως μετά την ψήφιση άρχισε να προβάλλει την άποψη ότι «δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα», παρότι το Διεθνές Δίκαιο προβλέπει το αντίθετο για περιπτώσεις όπως η συγκεκριμένη κατά την οποία παραβιάσθηκε το Σύνταγμα και των δυο χωρών – αλλά ο Κυριάκος δε θέλει να ακούει τέτοιες απόψεις. Ο ΣΥΡΙΖΑ έκλεισε το θέμα, ο Κυριάκος βολεύτηκε, η υπόθεση για τη ΝΔ κλείνει. Δεν μπορώ να μη σχολιάσω, τέλος, την απάντησή του σε έναν πολίτη της Δράμας πριν λίγες εβδομάδες, όταν εκείνος του ζήτησε να μην ξεχάσει «τη Μακεδονία μας». Ο κος Μητσοτάκης απάντησε ότι θα σεβαστεί τη συμφωνία αλλά θα προσπαθήσει «να απαλύνει» τις συνέπειές της, και στη συνέχεια αναφέρθηκε στο Μακεδονομάχο προπάππο του. Αναρωτιέμαι αν ο προπάππος του, Κυριάκος Μητσοτάκης ο πρεσβύτερος, ήρθε στη Μακεδονία για να πολεμήσει τους κομιτατζήδες, για να την απελευθερώσει, για να σκοτώσει ή να σκοτωθεί, ή αν ήρθε για «να απαλύνει τις συνέπειες» της δράσης τους, ως θεραπαινίδα. Δε θα προχωρήσω περισσότερο. Κατά τη γνώμη μου, το έγκλημα των Πρεσπών δε θα είχε συντελεσθεί χωρίς το σιγοντάρισμα του Κυριάκου. Αλλά ακόμη κι αν κάνω λάθος, είναι σαφές και αναντίρρητο ότι δεν έχει σκοπό να κάνει τίποτα για να ανατρέψει τη Συμφωνία των Πρεσπών ούτε ως προς τα σημεία που και ο ίδιος λέει πως διαφωνεί, δηλαδή για το ζήτημα της εθνότητας και της γλώσσας. Είναι αυτή στάση μιας «απροκατάληπτης εθνικής παράταξης»;

Σε ό,τι αφορά την Κοινωνική Δικαιοσύνη θα αναφέρω μόνο ένα παράδειγμα, για λόγους συντομίας. Έχουν περάσει ακριβώς δυο εβδομάδες από τότε που ο τομεάρχης Εργασίας της ΝΔ Γιάννης Βρούτσης, μιλώντας στο 12th Insurance Conference, χαρακτήρισε τις 120 δόσεις τροχοπέδη για τις συνεπείς επιχειρήσεις και τον συνεπή πολίτη, ταυτιζόμενος έτσι πλήρως με τη θέση που εκφράζει το ΔΝΤ στην Ελλάδα από το 2010, κατά της οποιαδήποτε ρύθμισης χρεών. Σύμφωνα με την αντίληψη εκείνη, η οικονομία είναι ένα δαρβινικό πεδίο δράσης, στο οποίο έχει καλώς για όποιον επιβιώσει, κι όποιος δεν μπορεί να προσαρμοσθεί ας πεθάνει (με την επαγγελματική-επιχειρηματική πρωτίστως, αλλά και με τη βιολογική εν τέλει έννοια). Δε συγχωρείται, λένε, καμμιά κρατική παρέμβαση υπέρ των αδυνάτων, δεν υπάρχουν οφειλέτες που επλήγησαν από την κρίση και ΘΕΛΟΥΝ να είναι συνεπείς με τις υποχρεώσεις τους, ακόμη και υπό συνθήκες εξοντωτικής υπερφορολόγησης, δεν μπορεί οι «ασυνεπείς» να ανταγωνίζονται τους «συνεπείς». Ουσιαστικά, δεν υπάρχουν άνθρωποι, παρά μόνο οικονομικές μονάδες «ικανές» ή «ανίκανες» να ανταπεξέλθουν – και η κρίση δεν παίζει κανένα ρόλο στις αποφάσεις του Κράτους. Μάλιστα, μη σας φαίνεται περίεργο που η άποψη αυτή αδιαφορεί για το αντικειμενικό γεγονός ότι με τη συγκεκριμένη ρύθμιση το Κράτος θα λάβει έσοδα που διαφορετικά δεν είχε καμμιά ελπίδα να εισπράξει. Το ΔΝΤ και όσοι συντάσσονται με τις απόψεις του δεν έχουν ως πρώτη προτεραιότητα το Κράτος και τις ανάγκες του, αλλά τις συνθήκες της αγοράς: όσο λιγότεροι «μικροί» και πληγωμένοι επιβιώνουν, τόσο περισσότερο ενισχύονται οι μεγάλοι και ισχυροί. Υπό την πίεση των αντιδράσεων, δυο μέρες μετά ο Γιάννης Βρούτσης ανέκρουσε πρύμναν ως προς το τι θα πράξει η ΝΔ. Όμως ο Πρόεδρος; Που ήταν ο Πρόεδρος; Γιατί δε μίλησε, στέλνοντας ένα καθαρό μήνυμα ότι για τη ΝΔ η Κοινωνική Δικαιοσύνη είναι το μείζον, όπως επιβάλλουν οι Αρχές της, αλλά κρύφτηκε στη θολούρα; Μάλλον ρητορικό το ερώτημα.

Και πάμε στο τρίτο ζύγι, τα πρόσωπα.

Στο επίσημο αφιέρωμα της ΝΔ για τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη ακούγεται μεταξύ των άλλων η πάγια θέση του ότι «για να πάει η χώρα μπροστά πρέπει να επιλέγεις τους καλύτερους». Είμαι από τους πρώτους που αναγνώρισαν την σημασία της ίδρυσης του Μητρώου Στελεχών της ΝΔ και επαίνεσα τον Κυριάκο Μητσοτάκη για την πρωτοβουλία του αυτή. Το Μητρώο, μάλιστα, έχει ήδη αναδείξει τους πρώτους υποψηφίους για τις Εθνικές Εκλογές, κάτι που αποτελεί απόδειξη της αξίας του – και είμαι βέβαιος ότι θα έχει να δώσει κι άλλα πολλά στο μέλλον. Αλλά εδώ τελειώνει και ο έπαινος. Οι περιπτώσεις που προκαλούν μελαγχολία πολλές, δυστυχώς. Ωστόσο, και πάλι για λόγους συντομίας, θα περιοριστώ σε δυο παραδείγματα: Αντιπρόεδρος Άδωνις Γεωργιάδης, σύμβουλος Προέδρου Νίκος Γεωργιάδης. Πώς μπορείς να παραβλέψεις τις αποδεδειγμένες πράξεις του δεύτερου και το πολιτικό ήθος του πρώτου, και να συνταυτίζεσαι μαζί τους, ένας εν δυνάμει Πρωθυπουργός; Κι αν αφήσουμε το Νίκο Γεωργιάδη στην ανυποληψία που εξασφάλισε με το ποιόν του, πείτε μου, τι ακριβώς δικαιολογεί την Αντιπροεδρία του Αδώνιδος στη ΝΔ; Του ανθρώπου που φώναζε «οι απολύσεις είναι δικές μου», «φέρτε μου μνημόνια να υπογράφω» και που έχει κάνει τη διεθνή, πλέον, λέξη, kolotoumba να ακούγεται ως understatement σε ό,τι τον αφορά; Οι πιθανές απαντήσεις είναι δυο και δεν ξέρω ποια είναι περισσότερο προσβλητική για τον Κυριάκο Μητσοτάκη που τον έκανε Αντιπρόεδρο: είτε πρόκειται για συναλλαγή στο πλαίσιο των εσωκομματικών εκλογών, είτε ο Κυριάκος αναγνώρισε την αξία του Αδώνιδος ως πολιτικού ανδρός και τον επιβράβευσε για την πολιτική του διαδρομή. Σε κάθε περίπτωση, πρόκειται για εμβληματική επιλογή, που εκθέτει τον ίδιο και το κόμμα της ΝΔ έναντι κάθε καλόπιστου κριτή. Έτσι επιλέγει τους «καλύτερους» ο Κυριάκος Μητσοτάκης; Και δεν μπορώ να μην υποκύψω στον πειρασμό να αναρωτηθώ τι θέση θα είχαν, άραγε, στην Κυβέρνηση ή έστω το πολιτικό περιβάλλον του πατέρα του πολιτικοί όπως ο Άδωνις.

Κλείνοντας, κατ’ εμέ το πρόβλημα με τον Κυριάκο Μητσοτάκη είναι, αφενός ότι νομίζει πως δεν καταλαβαίνουμε, είτε σε ό,τι αφορά τις θέσεις του για κρίσιμα ζητήματα στα οποία ενεργεί ενάντια στη βούληση του Λαού (και αυτός, όπως ο Τσίπρας), είτε σε ό,τι αφορά τις επιλογές προσώπων σε σημαντικές θέσεις, και από την άλλη – και κυρίως – ότι δείχνει να μη νιώθει, να μην καταλαβαίνει ο ίδιος τι πάει να πει κρίση, όχι στους αριθμούς αλλά στην ουσία της. Ίσως βέβαια να τον αδικώ, και απλώς να μην τον νοιάζει.

Σε κάθε περίπτωση, αυτός είναι σήμερα ο επικρατέστερος υποψήφιος για τη θέση του επόμενου Πρωθυπουργού και ό,τι κάνει το κάνει μπροστά στα μάτια μας. Αν στις 8 Ιουλίου είναι Πρωθυπουργός με λευκή επιταγή δε δικαιούμαστε ούτε να γκρινιάζουμε, ούτε να δυσανασχετούμε. Εμείς θα του την έχουμε δώσει, είτε ψηφίζοντας είτε απέχοντας.

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΠΑΡΙΣΣΗΣ
Δικηγόρος και Οικονομολόγος. Οι πολιτικές του απόψεις συνοψίζονται στη φράση "ελεύθερη αγορά με κρατική εποπτεία χάριν της Κοινωνικής Δικαιοσύνης" αλλά, όπως λέει, δεν εκπροσωπούνται πλέον στη Βουλή. Γράφει μόνο για ό,τι ξέρει.
ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ