ΤΟ ΜΟΙΡΑΙΟ ΛΑΘΟΣ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΙΑΣ

Σε λίγο καιρό συμπληρώνονται δέκα χρόνια από τότε που η Τουρκία άρχισε να ενοχλεί τους πάντες στη Μεσόγειο και να αυτοαπομονώνεται. Κι αν η Τουρκία κατάφερε πράγματι να πετύχει ευκαιριακές νίκες εκμεταλλευόμενη τα κενά και τις ανεπάρκειες όλων των υπολοίπων παικτών, όλα δείχνουν ότι το παιχνίδι της αυτό φτάνει στο τέλος του. Ο λόγος δεν είναι μόνο ότι με τις παράλογες και παράνομες φαντασιώσεις της φέρνει σε δύσκολη θέση ακόμη κι εκείνους που θα ήθελαν να τη βοηθήσουν. Είναι κυρίως ότι προκάλεσε την τύχη της περισσότερο από ό,τι δικαιολογούν και μπορούν να υποστηρίξουν οι δυνάμεις της. Γράφει ο Κωνσταντίνος Παρίσσης.

190424-M-BP588-1005 U.S. 5TH FLEET AREA OF OPERATIONS (April 24, 2019) A U.S. Marine MV-22 Osprey assigned to the 22nd Marine Expeditionary Unit sits on the flight deck of France's Marine Nationale aircraft carrier FS Charles De Gaulle (R 91). This was the second time that Ospreys have landed aboard the French vessel. Marines and Sailors assigned to the 22nd MEU and Kearsarge Amphibious Ready Group are currently deployed to the U.S. 5th Fleet area of operations in support of naval operations to ensure maritime stability and security in the Central region, connecting the Mediterranean and the Pacific through the western Indian Ocean and three strategic choke points. (U.S. Marine Corps photo by Maj. Joshua Smith/Released)

Το τελευταίο διάστημα γίναμε μάρτυρες δυο ηχηρών απομακρύνσεων παραγόντων του ΥΠΕΞ, αρχικά της Μάνιας Τελαλιάν στις αρχές Μαρτίου, τ. διευθύντριας της Νομικής Υπηρεσίας, και μόλις την προηγούμενη εβδομάδα του Καθηγητή Χρήστου Ροζάκη, τ. Προέδρου του Επιστημονικού Συμβουλίου. Κοινό στοιχείο των δυο απομακρύνσεων, σύμφωνα με τα ευρέως γραφόμενα στον Τύπο που δεν διαψεύσθηκαν από την ηγεσία του ΥΠΕΞ, ήταν η μη ευθυγράμμισή τους με τη νέα Εθνική Στρατηγική έναντι της επεκτατικής πολιτικής της Τουρκίας. Στρατηγική η οποία επιτάσσει την εντατικοποίηση στο έπακρο των προσπαθειών για ταχεία οριοθέτηση των θαλασσίων ζωνών της χώρας μας με όλες τις γειτονικές χώρες, εντός συγκεκριμένου πλαισίου διαπραγμάτευσης.

Καθώς δεν είναι συνταγματικά ανεκτό η αλλαγή πλεύσης να επιβληθεί με κυβερνητικές αποφάσεις πέραν των υπηρεσιακών παραγόντων, απομένει στην κοινωνία να απομονώσει όσους άλλους εντός συνόρων επιμένουν να μιλούν για «φόβους της Αθήνας» έναντι της Άγκυρας, μεταξύ αυτών ΜΜΕ και συγκεκριμένα επιχειρηματικά συμφέροντα (γιατί άραγε), ακριβώς την ώρα που θα έπρεπε να εστιάζουν στις προοπτικές αναβάθμισης της διαπραγματευτικής ισχύος της Ελλάδας υπό τη νέα Εθνική Στρατηγική και την εντατικώς επιχειρούμενη θωράκισή της έναντι του τουρκικού επεκτατισμού. Εκείνους που καλλιεργούν φοβικά σύνδρομα εντός των τειχών, αντί να προτάσσουν την τραγική θέση στην οποία η Τουρκία έχει θέσει εαυτή με τον τυχοδιωκτισμό και την αμετροέπεια του Ερντογάν, έναντι μιας Ελλάδας που επιτέλους δείχνει να έχει συνέλθει από το λήθαργο και να υπερασπίζεται σθεναρά, και πάντως πολύ πιο αποτελεσματικά από πριν, τα ζωτικά της συμφέροντα.

Ας δούμε, όμως, πρώτα, τις συνέπειες για την ίδια την Τουρκία των πράξεών της έναντι των τεσσάρων χωρών με τις οποίες πλέον οδηγείται, με δικές της ενέργειες και πλήρη και αποκλειστική ευθύνη, σε ευθεία αντιπαράθεση.

Η Κύπρος

Όπως γνωρίζουν οι πάντες, η Τουρκία περιφρονεί επιδεικτικά τη διεθνή νομιμότητα στην Κύπρο, καταπατώντας ευθέως και απροκάλυπτα τα δικαιώματά της (και) στη θάλασσα. Ας δεχθούμε ωστόσο ότι, με ευθύνη πρωτίστως της Ελλάδας και της Κύπρου, τα τελευταία 46 χρόνια η Τουρκία έχει συνηθίσει να κάνει ό,τι θέλει στην Κύπρο χωρίς καμμιά συνέπεια. Άλλωστε, μιλάμε για κατοχική δύναμη απέναντι σε μια χώρα που διαθέτει υποτυπώδεις στρατιωτικές υποδομές, ουσιαστικά εγκαταλελειμμένη στην τύχη της από αδελφούς (Ελλάδα), συμμάχους (Ρωσία παλαιότερα και ΗΠΑ σήμερα) και «φίλους» (ΕΕ), και κυβερνώμενη από μια ελίτ που δε δείχνει να έχει την παραμικρή βούληση για απελευθέρωση.

Τι διαθέτει, όμως, η Κύπρος, στο οποίο η Τουρκία ποτέ δε θα αποκτήσει πρόσβαση με αυτή τη στάση της; Πραγματικά δικαιώματα πάνω σε επιβεβαιωμένα κοιτάσματα υδρογονανθράκων. Αυτό σημαίνει πως, ακόμη κι αν ικανοποιήσει τις εθνικιστικές ονειρώξεις των απανταχού εκφραστών του παντουρκισμού, το πρακτικό, οικονομικό αποτέλεσμα των ενεργειών της Τουρκίας θα είναι μηδενικό. Η Τουρκία δεν μπορεί να κερδίσει τίποτα στην Ανατολική Μεσόγειο κινούμενη εκτός της διεθνούς νομιμότητας, όπως πράττει σήμερα.

Η Ελλάδα

Στην περίπτωση της Ελλάδας τα πράγματα είναι διαφορετικά. Παρά την εγκληματική αδιαφορία επί μια δωδεκαετία για την ενίσχυση ή έστω τη διατήρηση της αποτρεπτικής δύναμης των Ενόπλων Δυνάμεων σε σταθερό επίπεδο, η χώρα μας δεν παύει να διαθέτει το τέταρτο ισχυρότερο Πολεμικό Ναυτικό και τη δεύτερη ισχυρότερη Πολεμική Αεροπορία στη Μεσόγειο (ευρισκόμενη στην πέμπτη και τέταρτη θέση, αντίστοιχα, σε επίπεδο αριθμών), με υψηλοτάτου επιπέδου φρόνημα, συγκρότηση, εμπειρία και εκπαίδευση, και μάλιστα με μεγαλύτερη επάρκεια σε στρατηγικά και υποστρατηγικά όπλα έναντι της Τουρκίας.

Έναντι μιας χώρας με τέτοιο, κορυφαίο στρατιωτικό επίπεδο, η Τουρκία είχε καταφέρει το ακατόρθωτο, απλώς και μόνο εκμεταλλευόμενη τη μέχρι σήμερα ενδοτική στάση των Ελληνικών Κυβερνήσεων: πέτυχε τη «σχετικοποίηση» των κυριαρχικών μας δικαιωμάτων χωρίς να έχει ρίξει μια κανονιά. Φτάσαμε μέχρι το απίστευτο σημείο οι παραβιάσεις του εθνικού εναέριου χώρου μας να χαρακτηρίζονται από τα ελληνικά ΜΜΕ ως «πτήσεις ρουτίνας», σε απόλυτη συμφωνία με τα λεγόμενα της άλλης πλευράς. Και αυτό δεν το πέτυχε με την άσκηση στρατιωτικής ισχύος, αλλά με την απειλή και μόνον ενός «θερμού επεισοδίου». Το πραγματικό όπλο της Τουρκίας, αυτό που έκανε τη δουλειά της μέχρι πρότινος, δεν ήταν η στρατιωτική ισχύς αλλά η απειλή χρήσης της. Ένα όπλο που δε θα είχε δύναμη απέναντι σε μια χώρα που η ηγεσία της σέβεται τον εαυτό της και την ιστορία του τόπου που κυβερνά.

Σήμερα αυτό έχει αλλάξει, και το άλλαξε η ίδια η Τουρκία. Λόγω της βιασύνης του Ερντογάν, μεταξύ άλλων και για λόγους που έχουμε γράψει σε παλαιότερο άρθρο μας (το οποίο επιβεβαιώνεται κάθε μέρα όλο και περισσότερο από τα γεγονότα), η λελογισμένη χρήση της ατέρμονης απειλής έδωσε τη θέση της στο τελεσίγραφο: την προαναγγελία εκπόνησης ωκεανογραφικών ερευνών εντός των Ελληνικών Θαλασσών μέσα στο 2020. Έτσι, όμως, έθεσε την Ελληνική Κυβέρνηση προ των ευθυνών της, και μάλιστα σε συγκεκριμένο χρονικό ορίζοντα στον οποίον θα πρέπει να ανταποκριθεί στην ύψιστη συνταγματική της αποστολή. Η Ελληνική Κυβέρνηση δεν μπορεί πια να αφήνει το πρόβλημα για το μέλλον, να μετακυλεί τις δύσκολες αποφάσεις «στους επόμενους», να συνεχίσει να υποχωρεί επ’ αόριστον, όπως ίσως θα ήθελε. Είναι με την πλάτη στον τοίχο και δεν έχει καμμιά διέξοδο διαφυγής, πλην του να πράξει το καθήκον της: να υπερασπιστεί την Εθνική Κυριαρχία, διπλωματικά και στρατιωτικά, μέχρι τέλους.

Κατά τον τρόπο αυτόν, η Τουρκία είναι πολύ κοντά στο να χάσει ό,τι κέρδισε τα τελευταία 24 χρόνια με τους Παγκαλοσημίτηδες και όσους τους διαδέχθηκαν εφαρμόζοντας την ίδια πολιτική. Εδώ που έφερε σήμερα τα πράγματα η Τουρκία, αν μεν υποχωρήσει χάνει την επίδραση της απειλής, αν όμως προβεί στο απονενοημένο θα διακινδυνεύσει όχι απλώς το αφήγημα του νέο-οθωμανισμού, αλλά την ίδια της την υπόσταση. Σε ό,τι αφορά το προκείμενο, στην περίπτωση αναδίπλωσης της Τουρκίας θα πρέπει να αναμένεται σχετικά σύντομα, στη δε περίπτωση θερμού επεισοδίου θα πρέπει να θεωρείται βέβαιη, η επέκταση των ελληνικών χωρικών υδάτων και του FIR στα 12 ν.μ., καθώς και η ανακήρυξη ΑΟΖ σε όλες τις εκκρεμείς περιοχές (πιθανότατα το τελευταίο δευτερόλεπτο, στην κυριολεξία, πριν γίνει το «μπαμ»). Η καλύτερη – αν όχι μόνη – ελπίδα της Τουρκίας στο περιβάλλον αυτό θα είναι η επέμβαση του αμερικανικού παράγοντα προς ταχεία αποκλιμάκωση της κρίσης κατά τρόπο που τελικά να ευνοεί το περαιτέρω γκριζάρισμα (όπως έγινε το 1996), αλλά κι αυτό δεν δείχνει πια εφικτό, όπως διαμορφώνεται η διεθνής συγκυρία.

Η Γαλλία

Όσοι υποτιμούν την ουσιαστική και πολυεπίπεδη αναβάθμιση της στρατιωτικής και διπλωματικής μας σχέσης με τη Γαλλία, μιλώντας για «διπλωματία των εξοπλισμών» και άλλα παρόμοια, διαπράττουν ένα τεράστιο σφάλμα, καθώς αγνοούν μια σειρά από παράγοντες: το πώς η ηγεσία της Γαλλίας βλέπει το ρόλο της χώρας στο νέο περιβάλλον που διαμορφώνεται στη Μεσόγειο, το πόσο ενοχλείται από την προσπάθεια της Τουρκίας να «υφαρπάξει» τον ρόλο αυτόν, την οργανική σχέση της σε στρατιωτικό επίπεδο με την Ελλάδα και την Αίγυπτο, αλλά και την ασύλληπτη πολλαπλασιαστική ισχύ που παρέχει στους συμμάχους της η πρόσβαση της Γαλλίας σε αμυντική τεχνολογία που είναι δεκαετίες μπροστά από ό,τι διαθέτει ή μπορεί να αποκτήσει στο ορατό μέλλον η Τουρκία.

Ξεκινώντας από το πρώτο, καλό θα είναι να συνειδητοποιήσουμε ότι η Γαλλία δεν είναι μια στρατιωτική δύναμη του επιπέδου της Ελλάδας ή της Τουρκίας, αλλά μια πραγματική υπερδύναμη. Αποτελεί την 7η μεγαλύτερη οικονομία του πλανήτη (κατά ΑΕΠ). Οικονομικά, τεχνολογικά και στρατιωτικά είναι η μια από τις δυο ισχυρότερες χώρες στην ΕΕ, και μετά το Brexit θα απομείνει η μόνη αναγνωρισμένη πυρηνική δύναμη εντός της. Διαθέτει τη μεγαλύτερη ναυτική δύναμη της Μεσογείου (σε επίπεδο ισχύος). Είναι η μεγαλύτερη παραγωγός πολεμικού υλικού στην ΕΕ, που μάλιστα είναι στρατηγικός προμηθευτής εξοπλισμού και τεχνογνωσίας της Αιγύπτου και της Ελλάδας – και συνάμα είναι ο μόνος προμηθευτής όλων των διαθέσιμων μαχητικών αεροσκαφών της πολεμικής αεροπορίας του Κατάρ, με όποια σημασία έχει αυτό. Θεωρείται διεθνώς σχεδόν υποδειγματική Δημοκρατία σε επίπεδο θεσμών, ήταν στη σωστή πλευρά της ιστορίας τα τελευταία 100 τουλάχιστον χρόνια, είναι μόνιμο μέλος του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ και, από τότε που αποχώρησε από τις τελευταίες αποικίες, αποτελεί έναν από τους θεματοφύλακες της διεθνούς νομιμότητας (μάλιστα, σε μεγαλύτερο βαθμό από ό,τι οι ΗΠΑ).

Μέσα στην αλαζονεία και τον καιροσκοπισμό του, με το περιστατικό της 10ης Ιουνίου ο Ερντογάν όχι απλώς έδωσε την αφορμή στη Γαλλία να σκληρύνει τη στάση της έναντι της Τουρκίας, αλλά ίσως δεν απέχει πολύ από την πραγματικότητα να πούμε ότι ουσιαστικά «ξύπνησε» το γίγαντα που δε θα έπρεπε να έχει ενοχλήσει. Τον οποίο όχι απλώς ενόχλησε, αλλά απείλησε ευθέως, θρασύτατα, παράνομα, στο πλαίσιο μιας τυχοδιωκτικής πολιτικής του επιπέδου «ό,τι αρπάξουμε», μη συνυπολογίζοντας ότι πρόκειται για τη χώρα που έχει όλες τις προϋποθέσεις να γίνει ο «φυσικός» διάδοχος, θα λέγαμε, των ΗΠΑ στο ρόλο του τοποτηρητή της Μεσογείου. Όπως εξελίσσονται τα πράγματα, φαίνεται ότι το μεγαλύτερο λάθος της Τουρκίας στην προσπάθειά της να αποκτήσει τον περιφερειακό ρόλο που θέλει να βαυκαλίζεται ότι δήθεν δικαιούται, είναι η απειλή πλήγματος της γαλλικής φρεγάτας Courbet στις 10 Ιουνίου.

Η Αίγυπτος

Το τι προκαλεί η Τουρκία στην Αίγυπτο με την ανάμιξή της στη Λιβύη έχει γραφτεί από άλλους, πολύ ειδικότερους εμού, και πολύ αναλυτικότερα. Εκείνο στο οποίο θα σταθώ είναι μόνο το ζήτημα της προσπάθειας οριοθέτησης ΑΟΖ με την Ελλάδα.

Αν υποθέσουμε ότι δεν υπάρχει τίποτα άλλο πέρα από όσα γίνονται δημοσίως γνωστά, το μόνο λογικό συμπέρασμα που βγαίνει από τη διελκυστίνδα μεταξύ Ελλάδας και Αιγύπτου είναι ότι η (μη) οριοθέτηση ΑΟΖ μεταξύ τους εντάσσεται στο ευρύτερο παιχνίδι των εκφοβισμών, επιθετικών από την πλευρά της Τουρκίας και αμυντικών από την πλευρά της Ελλάδας και της Αιγύπτου. Κατά την ανάγνωση αυτή, στο συγκεκριμένο ζήτημα τόσο η Ελλάδα όσο και η Αίγυπτος δεν αντιμετωπίζουν τα νόμιμα δικαιώματά τους ως αυτό που είναι (δικαιώματα) αλλά ως αντίμετρα στην Τουρκική επιθετικότητα. Όπως το θεωρώ βέβαιο ότι εμείς θα ανακηρύξουμε 12 ν.μ. και ΑΟΖ το τελευταίο δευτερόλεπτο πριν «εισέλθουμε στο φρενοκομείο» (την πόρτα του οποίου ακουμπά η Τουρκία), έτσι φαίνεται και ότι οι Αιγύπτιοι κρατούν την οριοθέτηση ΑΟΖ με την Ελλάδα, ίσως και με πλήρη επήρεια του Καστελλόριζου, ως διπλωματική απειλή στην περίπτωση που η Τουρκία πλήξει το σκληρό πυρήνα των συμφερόντων τους (π.χ. αν πετύχει την κατάληψη της Σύρτης).

Το καλό είναι ότι όλα αυτά πιθανότατα θα λειτουργήσουν αποτρεπτικά για την Τουρκία, η οποία δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι είναι μια θρασύδειλη δύναμη (δεν είναι η πρώτη φορά που θα αναδιπλωθεί αν κρίνει, έστω και την τελευταία στιγμή, ότι αυτά που έχει να χάσει είναι περισσότερα από αυτά που έχει να κερδίσει). Το κακό είναι ότι οι εκκρεμότητες αντί να λύνονται βαθαίνουν, και κυρίως ότι τα εθνικά συμφέροντά μας εργαλειοποιούνται από τρίτες χώρες, αυξάνοντας τη δική τους διαπραγματευτική ισχύ σε βάρος της δικής μας.

H “συμμαχία του καλού

Σε λίγο καιρό συμπληρώνονται δέκα χρόνια από τότε που η Τουρκία άρχισε να ενοχλεί τους πάντες στη Μεσόγειο και να αυτοαπομονώνεται. Το τέλος αυτής της διαδρομής τη βρίσκει να έχει την ενεργή υποστήριξη μόνο του Κατάρ, του Πακιστάν (με τις δυσκολίες που δημιουργεί η απόσταση) και του Τραμπ (προσωπικά), και πάντως καμμιάς άλλης χώρας της Μεσογείου. Με τη στάση της έχει φέρει ακόμη και την πάντα υποστηρικτική Γερμανία σε θέση που είναι πολύ δύσκολο να συνεχίσει να τη βοηθά για λόγους που αφορούν το συμφέρον πια της ίδιας της Γερμανίας, η δε συγκυρία στις ΗΠΑ δεν μπορεί να της δίνει ελπίδες ουσιαστικής παρέμβασης του Τραμπ υπέρ της. Κι αν η Τουρκία κατάφερε πράγματι να πετύχει ευκαιριακές νίκες εκμεταλλευόμενη τα κενά και τις ανεπάρκειες όλων των υπολοίπων παικτών, όλα δείχνουν ότι το παιχνίδι της αυτό φτάνει στο τέλος του. Ο λόγος δεν είναι μόνο ότι με τις παράλογες και παράνομες φαντασιώσεις της φέρνει σε δύσκολη θέση ακόμη κι εκείνους που θα ήθελαν να τη βοηθήσουν. Είναι κυρίως ότι προκάλεσε την τύχη της περισσότερο από ό,τι δικαιολογούν και μπορούν να υποστηρίξουν οι δυνάμεις της.

Εδώ και λίγες μέρες, στο πεδίο που μετρά περισσότερο για χώρες με την κουλτούρα της Τουρκίας και ηγέτες όπως ο Ερντογάν, εκείνο της πραγματικής, ωμής στρατιωτικής ισχύος, η Γαλλία ήδη ηγείται ενεργά μιας συμμαχίας που αποτελείται στο στενό πυρήνα από την ίδια, την Ελλάδα και την Αίγυπτο, οι συνδυασμένες δυνάμεις των οποίων ξεπερνούν κατά πολύ τις επιχειρησιακές δυνατότητες των Τούρκων.

 ΓΑΛΛΙΑΑΙΓΥΠΤΟΣΕΛΛΑΔΑΤΟΥΡΚΙΑ
ΑΕΡΟΠΛΑΝΟΦΟΡΑ1000
ΕΛΙΚΟΠΤΕΡΟΦΟΡΑ310[1]
ΥΠΟΒΡΥΧΙΑ981112
ΚΥΡΙΕΣ ΜΟΝΑΔΕΣ ΕΠΙΦΑΝΕΙΑΣ22141326
ΤΠΚ / ΚΦ / ΤΑΧΕΑ ΠΕΡΙΠΟΛΙΚΑ ΚΒ14452935
ΜΑΧΗΤΙΚΑ ΑΦ337220185245
Επιχειρησιακά διαθέσιμα μέσα σύμφωνα με τα δημοσιευμένα στοιχεία στη Wikipedia

.

Επίλογος

Η ρητορική πρώην κυβερνητικών παραγόντων, και μάλιστα επαναλαμβανόμενη σχεδόν κάθε 6 μήνες ότι «θα είμαστε μόνοι μας» σε περίπτωση θερμού επεισοδίου (λες και θα ήταν κάτι εύκολο για την Τουρκία να τα βάλει με τις ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις), ακόμη κι αν είχε βάση τότε που λεγόταν, δεν ισχύει πλέον, για τον λόγο ότι η ίδια Τουρκία επέλεξε να τα βάλει ταυτόχρονα και με τους τρεις: τις δυο άμεσα εμπλεκόμενες χώρες (Ελλάδα και Αίγυπτο, σε διαφορετικά πεδία αντιπαράθεσης αλλά την ίδια χρονική περίοδο) και τη Γαλλία που πλέον αναλαμβάνει πιο ενεργό ρόλο στην υποστήριξή τους από ποτέ. Για να μη βάλουμε στο λογαριασμό την ανοχή της Ιταλίας (που είναι συμπαραγωγός με τη Γαλλία στα σημαντικότερα οπλικά συστήματα και σχεδόν ισότιμη αεροναυτική δύναμη), την ευλόγως αναμενόμενη – περιφερειακή, εκτός πεδίου μαχών, αλλά ουσιαστική – συμμετοχή του Ισραήλ, της Σαουδικής Αραβίας και των ΗΑΕ, αλλά και τη στάση της Ρωσίας που έχει αποδείξει στην πράξη ότι δεν θέλει την Τουρκία «ψηλότερη» από εκεί όπου βρίσκεται σήμερα, και ότι δε θα διστάσει να την “κοντύνει” αν οι ενέργειές της είναι αντίθετες με τα ρωσικά συμφέροντα στην περιοχή.

Σε αυτό το περιβάλλον, αν κάποιος πρέπει να φοβάται είναι ο Ερντογάν, και αυτός οφείλει να ψάξει και τη λύση στο αδιέξοδο στο οποίο έφερε τη χώρα του, λύση που δεν μπορεί να είναι άλλη από την υπαναχώρηση μετά το μοιραίο λάθος που έκανε να ενεργοποιήσει την σφοδρή αντίδραση της Γαλλίας στις παράνομες ορέξεις του.

Αν με ρωτάτε, η μόνη δική μου ανησυχία είναι μήπως τελικά η Ελληνική Κυβέρνηση δεν έχει ξεπεράσει το φοβικό σύνδρομο των τελευταίων 24 χρόνων και με την πρώτη ευκαιρία επιστρέψει στον παραλογισμό του κατευνασμού, που καθιστά βέβαιο (όχι απλώς ενδεχόμενο) τον πόλεμο και μεγιστοποιεί στο ενδιάμεσο τις απώλειες.

Tα μέχρι στιγμής σημάδια δείχνουν ότι δε θα το κάνει.

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΠΑΡΙΣΣΗΣ
Σύμβουλος Στρατηγικής Επιχειρήσεων - Δικηγόρος και Οικονομολόγος. Οι πολιτικές του απόψεις συνοψίζονται στη φράση "ελεύθερη οικονομία με κρατική εποπτεία χάριν της κοινωνικής δικαιοσύνης" αλλά, όπως λέει, δεν εκπροσωπούνται πια στη Βουλή. Διαβάζει όσο περισσότερο μπορεί, γράφει μόνο για ό,τι ξέρει.
ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ