GORNA ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ: ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΟ ΑΤΟΠΗΜΑ, ΛΟΓΙΚΟ ΑΤΟΠΟ

Αντί να βάλει στο στόχαστρο την πηγή όλων των προβλημάτων που είναι η ΑΞΙΩΣΗ χρήσης της λέξης "Μακεδονία" ως προσδιοριστικού της εθνικής ταυτότητας των Σκοπιανών, η Κυβέρνηση εστιάζει στο σύμπτωμα - και μαζί αποτέλεσμα. Αντί να καταπολεμήσει την αρρώστια ασχολείται αποκλειστικά με τον πυρετό. Και φυσικά, κάνει λάθος: δεν πρόκειται για μια λέξη ή μια ονομασία, αλλά για την ΠΗΓΗ του προβλήματος του αλυτρωτισμού.

Ρούπελ, η στιγμή της παράδοσης
Ρούπελ 1941: Η Αναβίωση (2017). Πηγή: Κωνσταντίνος Τσακαλίδης / SOOC

Αντί άλλης εισαγωγής, σας παρακαλώ να αναρωτηθείτε ποια χώρα, ποιος λαός είναι δυνατό ποτέ να δέχεται, χωρίς να το επιβάλλει η δύναμη των όπλων, να αλλάξει ονομασία, το μισό Σύνταγμα, σχολικά βιβλία, σύμβολα, ακόμη και αρκτικόλεξα, ενώ ήδη έχει αλλάξει μια φορά τη σημαία και τα ταξιδιωτικά έγγραφα των κατοίκων του.

Αν απαντήσετε ότι είναι ο λαός μιας χώρας που υπέκυψε στην πίεση ή  κατάλαβε ότι έχει άδικο και υποχώρησε, ξανασκεφτείτε το. Είναι ο λαός και η χώρα που πέτυχαν το μέγιστο, κι επομένως μπορούν να κάνουν υποχωρήσεις στα δευτερεύοντα.

Και το μέγιστο στην περίπτωση της FYROM δεν είναι άλλο από τη δικαίωση της προαιώνιας προσπάθειάς τους να αποκτήσουν «Μακεδονική» εθνική ταυτότητα, ως κάτι διαφορετικό από τη Μακεδονική φυλετική ταυτότητα που ποτέ δεν υπήρξε ανεξάρτητη από την Ελληνική. Η εθνική τους ταυτότητα με το brand name Μακεδονία θα τους επιτρέψει να αναγνωρίζονται ως συγκύριοι της Μακεδονικής γης, συγκληρονόμοι της Μακεδονικής ιστορίας και, κυρίως, πάλι με χρόνια με καιρούς και μόλις οι συγκυρίες το επιτρέψουν, «νόμιμοι» διεκδικητές της διεξόδου στο Αιγαίο. Αλλιώς θα τους αρκούσε ένα Habagatab Σερβία,  Iztok Βουλγαρία, Perendim Αλβανία ή ένα απλό, αληθές και ιστορικά ακριβές, Vardarska. Η λέξη «Μακεδονία» γι’ αυτούς δεν είναι ούτε ονομασία, ούτε γη, ούτε καν ιστορία. Είναι το ό ουκ άνευ, η condicio sine qua non, το μοναδικό εκείνο στοιχείο το οποίο, αν εκλείψει, τελειώνει η σκοπιανή Μεγάλη Ιδέα.

Και πάμε τώρα στα βαθιά, εξετάζοντας την υπόθεση σε επίπεδο στρατηγικής (παραλείποντας, ωστόσο, όσο το δυνατόν περισσότερα από εκείνα που έχουν ήδη ειπωθεί από άλλους αρθρογράφους και αναλυτές, καθώς και, μεταξύ των επιχειρημάτων που χρησιμοποιεί ο φιλοκυβερνητικός Τύπος για να δικαιολογήσει την ενδοτική στάση της Κυβέρνησης, εκείνα που είναι ανάξια ακόμη και αντίκρουσης).

Η χάραξη στρατηγικής προϋποθέτει να έχεις ολοκληρωμένη και πεντακάθαρη εικόνα για κυρίως δυο, μεταξύ πολλών άλλων, παραμέτρους της (όποιας) διαφοράς: τον αντικειμενικό σου σκοπό, αφενός, και το πλαίσιο των κινήσεων (το χρονικό και φυσικό πεδίο μέσα στο οποίο εξελίσσονται τα γεγονότα) αφετέρου, λαμβάνοντας βέβαια υπόψη και τα πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα αμφοτέρων των πλευρών. Όταν έχεις μια ξεκάθαρη εικόνα για αυτά τα δυο μπορείς να αρχίσεις να σχεδιάζεις και να υλοποιείς τακτικές και να συνάπτεις συμμαχίες.

Ποιος είναι ο αντικειμενικός σκοπός της Ελληνικής Κυβέρνησης; Σύμφωνα με τις δηλώσεις του Υπουργού Εξωτερικών, αλλά και του ίδιου του Πρωθυπουργού, η εκμηδένιση του αλυτρωτισμού των Σκοπιανών. Αντί, δηλαδή, να βάλει στο στόχαστρο την πηγή όλων των προβλημάτων που είναι η ΑΞΙΩΣΗ χρήσης της λέξης «Μακεδονία» ως προσδιοριστικού της εθνικής ταυτότητας των Σκοπιανών, η Κυβέρνηση εστιάζει στο σύμπτωμα και μαζί αποτέλεσμα. Αντί να καταπολεμήσει την αρρώστια ασχολείται αποκλειστικά με τον πυρετό. Και φυσικά, κάνει λάθος ακριβώς για το λόγο που είπαμε παραπάνω: δεν πρόκειται για μια λέξη ή μια ονομασία, αλλά για την ΠΗΓΗ του προβλήματος του αλυτρωτισμού. Δε νοείται αλυτρωτισμός χωρίς τη λέξη Μακεδονία στον προσδιορισμό της εθνικής ταυτότητας των Σκοπιανών, και ταυτόχρονα είναι αδύνατη η εξάλειψή του εφόσον η λέξη Μακεδονία, σε οποιαδήποτε γλώσσα και γραφή, γίνει οριστικά τμήμα της ονομασίας της χώρας. Κατά τον τρόπο αυτόν, εκείνο που η Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι επιδιώκει δεν είναι παρά ένα λογικό – θα έλεγε κανείς, μαθηματικό – άτοπο.

Αντ’ αυτού, ο απώτερος στόχος που θα έπρεπε να έχει η Ελληνική Κυβέρνηση, κάθε Ελληνική Κυβέρνηση, είναι μακριά και πάνω από το ίδιο το πρόβλημα όπως εμφανίζεται σήμερα. Το Μακεδονικό ζήτημα λύθηκε πριν 100 χρόνια μετά από αιώνες πολέμων, αμέτρητο πόνο και αίμα και δεν πρέπει επ’ ουδενί να ξανανοίξει. Το σκοπιανό πρόβλημα, λοιπόν, των τελευταίων τριών δεκαετιών, πρέπει να αντιμετωπίζεται όχι ως ένα παραπροϊόν της διάλυσης της Γιουγκοσλαβίας με περιορισμένο χρονικό ορίζοντα, αλλά με το νου στα μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα αποτελέσματά του, λαμβάνοντας σοβαρά υπόψη τις προαιώνιες έριδες στην περιοχή τις οποίες προσπαθεί να αναβιώσει. Βγάζοντας από τη μέση όλο το θόρυβο και την παραφιλολογία, ακόμη δε και τις ιστορικές αναφορές, η αξίωση των Σκοπιανών στο όνομα Μακεδονία πρέπει να αντιμετωπίζεται ως αυτό που είναι πριν και πάνω από όλα: μια διαρκής απειλή κατά της ειρήνης και της σταθερότητας στα Βαλκάνια. Και αυτό είναι, αν θέλετε, το απώτερο εθνικό μας συμφέρον, με το οποίο θα πρέπει να αρχίζει και να τελειώνει κάθε συζήτηση: η διατήρηση της ειρήνης και της σταθερότητας στη Βαλκανική, η οποία απειλείται από την αξίωση των Σκοπιανών στο όνομα Μακεδονία.

Έχει, ωστόσο, μεσολαβήσει σειρά σφαλμάτων των ελληνικών κυβερνήσεων στην αντιμετώπιση του ζητήματος εδώ και δεκαετίες, τα οποία όντως έχουν περιορίσει το πλαίσιο των κινήσεών μας και έχουν μεταβάλει σε βάρος μας τις συνθήκες της διαπραγμάτευσης. Επιπλέον, πράγματι η επί μακρόν διαιώνιση μιας διαφοράς χωρίς την επίλυση με ρητή συμφωνία (de jure) λειτουργεί κατά κανόνα υπέρ του διεκδικητή, ο οποίος, αργά ή γρήγορα, πετυχαίνει εκ των πραγμάτων (de facto) πολλά από αυτά που σκοπεύει – αν όχι όλα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η Κύπρος: Ναι μεν ελάχιστες χώρες έχουν αναγνωρίσει την κατακτημένη από την Τουρκία περιοχή ως το (δήθεν) ανεξάρτητο κράτος της Βόρειας Κύπρου, ωστόσο το νησί παραμένει εδώ και 44 χρόνια διχοτομημένο και, στην πράξη, λειτουργεί ως δυο ανεξάρτητα κράτη. Γιατί, λοιπόν, να μην προσέλθουμε σε έναν «έντιμο συμβιβασμό» με την άλλη πλευρά, δεδομένου εξάλλου και ότι ήδη έχουν αναγνωρίσει τη FYROM με τη συνταγματική της ονομασία περισσότερες από 140 χώρες;

Ξεκινώντας από το τελευταίο, θα θυμίσω ότι η πρώτη χώρα που αναγνώρισε την ανεξαρτησία του Ελληνικού Κράτους μετά την Επανάσταση του 1821 ήταν η Αϊτή.  Παρά την ευγνωμοσύνη μου ως Έλληνα για το γεγονός αυτό, σε επίπεδο διεθνούς στρατηγικής και συσχετισμών ήταν σχεδόν αδιάφορο, σε σχέση με τις αναγνωρίσεις από τις τρεις μεγάλες δυνάμεις της εποχής, και βεβαίως τις γειτονικές (της τότε Οθωμανικής Αυτοκρατορίας) ευρωπαϊκές χώρες.  Από την άλλη πλευρά, και σε μας είναι αντίστοιχα αδιάφορο αν η πολύπαθη χώρα της Νοτιοανατολικής Ασίας μεταξύ της Κίνας και της Ταϊλάνδης ονομάζεται Βιρμανία, Μιανμάρ ή Μπούρμα. Θα τους ονομάζουμε όπως μας ζητήσουν. Ακριβώς το ίδιο αδιάφορο είναι και για κείνους το πως θα ονομάζεται η FYROM.

Αυτό που μετρά, και για μας και για τους Σκοπιανούς, πριν και πάνω από όλα, είναι πώς θα τους ονομάζουν οι χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και δευτερευόντως του ΝΑΤΟ.

Το κλειδί αυτής της πόρτας, λοιπόν, το κρατά η Ελληνική Κυβέρνηση. Και έχει, όχι απλώς κάθε δικαίωμα, αλλά εθνική,  ηθική και συνάμα νομική υποχρέωση να το χρησιμοποιήσει, καθόσον οι αντιρρήσεις μας δεν εδράζονται απλώς στο κοινό ή εθνικό περί δικαίου αίσθημα, αλλά στη θεμελιώδη Ευρωπαϊκή Νομοθεσία. Δεν είναι θέμα βέτο (αν με ρωτάτε, δε, το βέτο για μένα είναι ομολογία ήττας). Είναι ζήτημα τήρησης του πρωτογενούς Ευρωπαϊκού Δικαίου (και παράλληλα του Καταστατικού Χάρτη του ΟΗΕ) – και δεν το λέω εγώ, το γράφει το ίδιο το Υπουργείο Εξωτερικών. Ως εκ τούτου, η αντιμετώπιση του προβλήματος, εφόσον γίνει στη βάση που ανέφερα παραπάνω, δηλαδή υπό τη μορφή καταγγελίας της αξίωσης στο όνομα ως διαρκούς απειλής της ειρήνης στην περιοχή (όπως πράγματι είναι), και δη στο πλαίσιο μιας σθεναρής, συνεπούς και εθνικά – ευρωπαϊκά υπεύθυνης στάσης, έχει τις προοπτικές να ξεπεράσει τα οποία προβλήματα μας δημιουργεί η de facto διατήρηση της εκκρεμότητας.

Κατόπιν των ανωτέρω, δεδομένου και ότι δεν υπάρχει – προφανέστατα – κανένα σοβαρό επιχείρημα περί δήθεν οφέλους της Ελλάδας από την υποχώρηση στην εθνική θέση «καμμιά χρήση του ονόματος Μακεδονία ή παραγώγων του» (τουλάχιστον εγώ δεν έχω εντοπίσει κανένα), το μόνο που μένει να εξεταστεί είναι αν η τυχόν ταπεινωτική ήττα που διαγράφεται στον ορίζοντα (και μάλιστα με πρωτοβουλίες της Ελληνικής Κυβέρνησης) είναι προτιμότερη από μια ενδεχόμενη εθνική καταστροφή στην περίπτωση που επιμείνουμε στην εθνική – και συνάμα υπεύθυνη ευρωπαϊκά – θέση. Και λέω ταπεινωτική ήττα γιατί κακά τα ψέμματα, είναι αστείο να μιλά κανείς για έντιμο συμβιβασμό όταν συζητούν ο νοικοκύρης με τον επίδοξο διαρρήκτη – σ.σ. οι χαρακτηρισμοί δεν είναι ιστορικής φύσεως αλλά νομικής και δεν αφορούν το παρελθόν αλλά το παρόν και το μέλλον.

Προ κάθε απαντήσεως, επιτρέψτε μου μια εισαγωγική παρατήρηση. Ο περισσότερος κόσμος νομίζει ότι η διαπραγμάτευση, κάθε διαπραγμάτευση, ή κάθε εν γένει διαφορά μεταξύ αντιμαχόμενων πλευρών, είναι ίσως σαν παρτίδα σκάκι και μπορείς να κάνεις σχέδια για 5 ή 6 κινήσεις μπροστά. Αυτό είναι λάθος, διότι στο σκάκι δεν υπάρχει ο παράγοντας της αβεβαιότητας, παρά μόνο οι ικανότητες των παικτών. Αν θα έπρεπε να παρομοιάσουμε τη διαπραγμάτευση με κάποιο παιχνίδι, αυτό θα ήταν το τάβλι: προσπαθείς να κάνεις ό,τι καλύτερο μπορείς σε ένα διαρκώς μεταβαλλόμενο περιβάλλον, το οποίο καθορίζεται από την τυχαιότητα σχεδόν στον ίδιο βαθμό που καθορίζεται από τις επιλογές των αμέσως εμπλεκομένων. Ακόμη και αυτό το λεγόμενο «παράθυρο ευκαιρίας» με την κυβέρνηση Ζάεφ, αν υποθέσουμε ότι υπάρχει (που πολύ αμφιβάλλω), ως γεγονός θα ήταν απρόβλεπτο πριν 25, ή έστω πριν 10 χρόνια.

Μπορεί κανείς να διαβλέψει, λοιπόν, μια εθνική καταστροφή αν επιμείνουμε στην εθνική μας θέση; Σε ό,τι με αφορά θα ήταν αδύνατο – και προφανώς παράλογο – να το αποκλείσω, ωστόσο δε διαφαίνεται σήμερα τέτοιο ενδεχόμενο. Κι εν πάση περιπτώσει, είναι πολύ πιο σίγουρη, ορατή και δεδομένη συγκριτικά η διακινδύνευση στην περίπτωση που υποχωρήσουμε από την εθνική και ταυτόχρονα συνεπή με το Ευρωπαϊκό Δίκαιο θέση μας, που θέτει ως κύριο μέλημα τη διατήρηση της ειρήνης και της σταθερότητας στην περιοχή. Αφήστε, δε, και το άλλο: αν το ενδεχόμενο «ήττας» απέτρεπε τα Κράτη από το να υπερασπίζονται τα εθνικά τους συμφέροντα και τους Λαούς από το να διεκδικούν αυτό που θεωρούν δίκαιο, δε θα είχε ποτέ συμβεί η Ελληνική Επανάσταση, το Έπος του ’40, η Πρωτομαγιά του 1886 ή η Σέλμα.

Κλείνοντας κάπως αντισυμβατικά – όπως, άλλωστε, ξεκίνησε – το συγκεκριμένο άρθρο, επιτρέψτε μου να επιφυλαχθώ για τη συνέχεια σε ό,τι αφορά ειδικά το ζήτημα της καταδίκης της χώρας μας από το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης και των συνεπειών που μπορεί να έχει στην περαιτέρω διαπραγμάτευση. Αν και θεωρώ ότι ήδη έχουν δοθεί οι απαντήσεις με τα όσα γράφονται παραπάνω, ελπίζω ότι πολύ σύντομα θα επανέλθω με ένα πολύ πιο ειδικό άρθρο.

[Ακολουθούν οι Διεθνείς Συνθήκες με τις οποίες έληξε το Μακεδονικό Ζήτημα]


 Συνθήκη του Βουκουρεστίου 1913  Συνθήκη του Λονδίνου 1913  Συνθήκη του Νεϊγύ 1919