ΝΔ. ΣΤΕΓΝΑ.

Δε χρειάζεται να υποσχεθεί τίποτα η ΝΔ. Θα την ψηφίσουν χωρίς καμμιά προσδοκία. Θα την ψηφίσουν ακόμα κι αν υποσχεθεί να αναγνωρίσει τα Σκόπια με τη συνταγματική τους ονομασία. Θα την ψηφίσουν, τέρμα.

Βλέπω πολλούς που τραβάνε τα μαλλιά τους με την ποιότητα της αντιπολίτευσης – και κυρίως με τη ΝΔ, επειδή αναμένεται να είναι η επόμενη κυβέρνηση. Δικαίως αναρωτιούνται αν το κόμμα καταλαβαίνει πως απωθεί τους ψηφοφόρους.

Δυστυχώς, θα σας απογοητεύσω.

Το γνωρίζουν στη ΝΔ ότι απογοητεύουν τον κόσμο από πολύ νωρίς. Το θεωρούν καλό, για να μην υπάρχουν και πολλές απαιτήσεις όταν πάρουν την εξουσία. Και είναι σίγουροι ότι η απογοήτευση του λαού ΔΕ θα έχει το παραμικρό πολιτικό κόστος. Ξέρουν ότι δεν υπάρχει καμμιά εναλλακτική πρόταση και θα τους ψηφίσουν ακόμα κι αυτοί που τους σιχαίνονται.

Όπως στα κομμουνιστικά καθεστώτα, όπου υπήρχε μόνο μια ποιότητα στα πορτοκάλια κι έπρεπε ή να συμβιβαστείς με τα μισοσαπισμένα ή να μη φας πορτοκάλια, η Ελλάδα δεν έχει πολιτική αγορά με διαφορετικές επιλογές για τον καταναλωτή. Στη χώρα μας εφαρμόζεται η θεωρία του ώριμου και σκουληκιασμένου κολχόσνικου φρούτου του υπαρκτού φεντεραλισμού της Ευρωπαϊκής Προοπτικής, που στέκει στην άκρη του μονοδρόμου. Είναι μια εφαρμογή του δόγματος του σοκ όπου η απελπισία δεν έχει παρά μόνο μια δυνατή απόφαση, δίχως εναλλακτική. Ένα take it or leave it, ένα δίλημμα “αρρώστια ή θάνατος”, “φτώχεια ή πείνα”, “200 ευρώ ή άνεργος”.

Δε χρειάζεται να υποσχεθεί τίποτα η ΝΔ. Θα την ψηφίσουν χωρίς καμμιά προσδοκία. Θα την ψηφίσουν ακόμα κι αν υποσχεθεί να αναγνωρίσει τα Σκόπια με τη συνταγματική τους ονομασία. Θα την ψηφίσουν, τέρμα.

Φυσικά, ούτε λόγος δεν πρέπει να γίνεται για τους πολίτες “που έχουν την ηγεσία που τους αξίζει”. Κατά το δόγμα του σοκ, οι πολίτες έχουν την ηγεσία “που τους πρέπει” – αν και οι ίδιοι δεν μπορούν να το εκτιμήσουν, τυφλωμένοι από τον λαϊκισμό. Το δόγμα του σοκ είναι μια δημοκρατία με αδιέξοδα. Απτή εφαρμογή του ήταν το δημοψήφισμα του 2015 και η επικράτηση του σοκ επί του ενστίκτου επιβίωσης.

Οι πολίτες ζουν την ίδια αγωνία με τους πολίτες της, πάλαι ποτέ, Σοβιετικής Ένωσης: είναι αιχμάλωτοι της άσπρης γάτας. Ο μονόδρομος της ανυπαρξίας εναλλακτικής σκέψης είναι η άσπρη γάτα η οποία αποτελεί την προσωποποίηση της ιδεολογικής αριστείας. Το δόγμα της άσπρης γάτας υποστηρίζει πως οι άριστες ιδέες και οι μοντέρνες μέθοδοί της είναι η εγγύηση για να πιάνονται τα ποντίκια. Η απλή διαπίστωση ότι η άσπρη, καλοταϊσμένη γάτα δεν πιάνει ποντίκια ή πιάνει πολύ λιγότερα από την μαύρη γάτα, είναι λαϊκισμός (στη ΕΣΣΔ το λέγανε “ρεφορμισμό”). Οι πολίτες της Σοβιετικής Ένωσης βλέπανε πως, ακόμα κι αν οι λύσεις βρισκόταν μπροστά στη μύτη τους, κανένας δεν θα τολμούσε να εφαρμόσει “λάθος” μεθόδους. Αυτό επέτεινε την αγωνία τους βλέποντας ότι ο χρόνος δεν βρισκόταν με το μέρος τους και οι λύσεις αναβάλλονταν περιμένοντας ότι θα σωθούν από την εύνοια των τοτέμ της ιδεολογικής τους ορθότητας που θα εκδηλωνόταν ως το ξύπνημα της άσπρης γάτας. Τελικά, όλα κατέληξαν στο τίναγμα της ψόφιας γάτας και την κατάρρευση μιας αυτοκρατορίας και όχι μόνο μιας ιδεολογίας.

Η ουσία της ομοιότητας με με την ιστορία της ΕΣΣΔ είναι ότι, στη χώρα εκείνη, ο λαός ήταν ο κυρίαρχος που είχε τις αποφάσεις στα χέρια του, τα οποία ήταν επιμελώς κομμένα από τον ώμο. Λίγο πριν την καταστροφή έγινε κι εκεί ένα δημοψήφισμα με το άκυρο ερώτημα αν πρέπει να διατηρηθεί η Ένωση, αντί να κοιτάξουν πώς θα ανέκοπταν την κατάρρευση των μερών της Ένωσης, βρίσκοντας λύσεις οικονομικές και κοινωνικές. Φυσικά, η θετική απάντηση του λαού σε ένα ερώτημα που ήταν άσχετο με την πραγματικότητα δεν άλλαξε τίποτα, όπως και στην Ελλάδα οι επιλογές του λαού δεν αλλάζουν τίποτα. Άλλωστε, αυτός είναι λαός που δεν έχει απαιτήσεις για αποτελέσματα και γάτες που συλλαμβάνουν ποντίκια. Ξέρει ότι τα ποντίκια είναι ισχυρότερα από τις γάτες. Επομένως, τί άσπρη, τί μαύρη γάτα…

Στην Ευρώπη και στη χώρα μας έχει εφευρεθεί το φόβητρο του λαϊκισμού. Σε μια δημοκρατία με αδιέξοδα δεν πρέπει να ρωτάμε το λαό για τίποτα. Πρέπει να ακολουθούμε τα αδιέξοδα μέχρι να καταρρεύσουν αυτά μαζί με εμάς.

Μεγάλωσε και σπούδασε στην Ελλάδα, αλλά η δουλειά του τον έχει πάει μέχρι τα πέρατα της γης. Αφρική, Αυστραλία και, εδώ και λίγο καιρό, Βόρεια Ευρώπη. Ενδιαφέρεται, παρακολουθεί, σχολιάζει - συνήθως καυστικά.
ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ