ΠΡΕΠΕΙ ΑΡΑΓΕ ΝΑ “ΣΩΘΕΙ” Η ΑΕΠΙ;

Το σκάνδαλο της εταιρίας Προστασίας της Πνευματικής Ιδιοκτησίας και οι εφιαλτικές προβλέψεις της Μελίνας Μερκούρη και του Αλέξη Σεβαστάκη που επιβεβαιώθηκαν. Ο επίμαχος νόμος, η Κονιόρδου και το τεράστιο ηθικό πρόβλημα.

Στις 10 Νοεμβρίου 1992 εισάγεται για πρώτη φορά στην Ολομέλεια της Βουλής το νομοσχέδιο για την πνευματική ιδιοκτησία και τα συγγενικά δικαιώματα, το οποίο, μετά την ψήφισή του λίγους μήνες αργότερα, θα λάβει τον γνωστό σε όλους αριθμό 2121/1993 (τα επίσημα Πρακτικά της συνεδρίασης εδώ, σελ. 93/1007 επ.).

Σε μια αποστροφή του λόγου της, η τότε υπουργός Πολιτισμού Άννα Ψαρούδα – Μπενάκη δηλώνει πως δέχεται να συζητήσει το ενδεχόμενο οι Οργανισμοί Συλλογικής Διαχείρισης (οι “εισπρακτικοί φορείς”, όπως πολύ σωστότερα τους ονομάζει) να μην είναι μόνο κερδοσκοπικές εταιρίες.Με αυτόν τον τρόπο, στην πραγματικότητα αναγνωρίζει ότι το νομοσχέδιο, σε ό,τι αφορά τη συλλογική διαχείριση, είχε σχεδιαστεί ειδικά για την ΑΕΠΙ. Δηλαδή, η Βουλή κλήθηκε να νομοθετήσει βάσει των συμφερόντων μιας ιδιωτικής επιχείρησης και η αρμόδια υπουργός δεν είχε καν σκεφτεί (μέχρι να της το επισημάνει η αντιπολίτευση) ότι μπορεί να υπάρχει κι άλλος δρόμος, αυτός της αυτοοργάνωσης των δημιουργών. Και τούτο, παρότι η συγκεκριμένη επιχείρηση ήταν ο μόνος “εισπρακτικός φορέας” στην Ευρώπη που δεν ανήκε σε δημιουργούς αλλά σε δικηγόρους.

Από τις εισηγήσεις που ακολουθούν την ίδια μέρα ξεχωρίζουν εκείνες της Μελίνας Μερκούρη από το ΠΑΣΟΚ και του Αλέξη Σεβαστάκη από το Συνασπισμό, οι οποίες θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ιστορικές.

Η Μελίνα, σε ένα μεστό, ευθύ και πλούσιο σε ιστορικές αναφορές κι επιχειρήματα λόγο, προβλέπει με ανατριχιαστική ακρίβεια όλα όσα επακολούθησαν από την ψήφιση του νόμου μέχρι σήμερα. Επισημαίνει χαρακτηριστικά: «Το νομοσχέδιο αυτό πάσχει σε ένα μόνο σημείο, αλλά δυστυχώς το σημείο αυτό είναι το σημαντικότερο. (…) Και κυρίως πάσχει στην επιλογή που κάνει στο αρχέγονο δίλημμα: ανάμεσα στο πρόβατο και στον λύκο, το νομοσχέδιο τίθεται αταλάντευτα στο πλευρό του λύκου. (…) Εκείνο, όμως, που είναι από την πρώτη μέχρι την τελευταία του λέξη απαράδεκτο είναι το κεφάλαιο για τη συλλογική διαχείριση των δικαιωμάτων, το κρισιμότερο ίσως κεφάλαιο του νομοσχεδίου. (…) Το βέβαιο είναι ότι κάθε επιτήδειος θα μπορεί να λυμαίνεται ασύδοτος και κάθε δημιουργός θα μπορεί να ληστεύεται απροστάτευτος».

Η Μελίνα μίλησε ακόμη για είλωτες δημιουργούς και Κροίσους εισπράκτορες και για πολλά άλλα, τα οποία επιβεβαιώθηκαν στο σύνολό τους. Κατά ειρωνεία της τύχης, στο κλείσιμο της συνεδρίασης η Μελίνα αναφέρει, για πρώτη φορά στο Κοινοβούλιο, τι σημαίνει ευθεία και άμεση εφαρμογή της ευρωπαϊκής νομοθεσίας, κάτι που ίσως αποτελεί τον χειρότερο νομικό εφιάλτη της ΑΕΠΙ σήμερα, όπως θα έχουμε την ευκαιρία να δούμε πολύ σύντομα.

Ο Σεβαστάκης, από την πλευρά του, απευθύνεται στην υπουργό λέγοντας, μεταξύ άλλων: “Σκληρός πυρήνας του νομοσχεδίου είναι οι οργανισμοί συλλογικής διαχείρισης. (…) Αυτό το γκρίζο και σκυθρωπό οικοδόμημα των άρθρων 54 έως 58 (…) με αυθάδεια αγνοεί τις σύγχρονες ευρωπαϊκές νομοθεσίες. Οι διατάξεις θωπεύουν τους οργανισμούς και υποδουλώνουν τους δημιουργούς. (…) Ο δημιουργός μεταβάλλεται σε πρώτη ύλη και μετατρέπεται σε υπήκοο του οργανισμού. Είναι σημείο βρασμού η διάταξη, με την οποία οι οργανισμοί καθορίζουν το ποσοστό επί των εισπράξεων που παρακρατούν για τα έξοδα διαχείρισης. Ο δημιουργός από υπήκοος μεταβάλλεται σε δουλικό οικοδόμο των επιχειρηματικών φαραωνικών πυραμίδων”. Ο αγωνιστής του ’40 και εμβληματική προσωπικότητα της Αριστεράς συνεχίζει αποδομώντας τις διατάξεις των συγκεκριμένων άρθρων μία προς μία, ενώ όταν αναφέρεται ονομαστικά στην ΑΕΠΙ τη χαρακτηρίζει “καλλιτεχνοφάγο”.

Σήμερα, σχεδόν 25 χρόνια μετά, η Λυδία Κονιόρδου, η πρώτη καλλιτέχνις μετά τη Μελίνα που της ανατέθηκε το χαρτοφυλάκιο του Υπουργείου Πολιτισμού και μέλος μιας κυβέρνησης που δηλώνει ιδεολογική συνεχίστρια του φρονήματος του Αλέξη Σεβαστάκη, λέει απερίφραστα πως η πολιτική της βούληση είναι “η ΑΕΠΙ να συνεχίσει να λειτουργεί”.

Παρά τα όσα είδαν το φως της δημοσιότητας και χαρακτηρίζονται πανταχόθεν ως “σκάνδαλο”, παρά τη μήνη των δημιουργών, παρά την εξόντωση των χρηστών, αυτή η οικογενειακή επιχείρηση, που επιβεβαίωσε στο ακέραιο τις ζοφερές προβλέψεις της Μελίνας και του Σεβαστάκη, πρέπει, για κάποιον ακατανόητο λόγο, να διασωθεί. Λες και δεν υπάρχει άλλος αδειοδοτημένος Οργανισμός Συλλογικής Διαχείρισης πνευματικών δικαιωμάτων μουσικής, ή σα να είναι αδύνατο τα σημερινά μέλη της ΑΕΠΙ να συστήσουν εν πάση περιπτώσει νέο, δικό τους Οργανισμό, απαλλαγμένο από οποιαδήποτε βάρη και αμαρτίες.

Το χειρότερο, ωστόσο, είναι πως η σημερινή υπουργός δείχνει να μην αντιλαμβάνεται πως είναι συνταγματικά ανεπίτρεπτο το κράτος να υποκαταστήσει την ιδιωτική βούληση και, είτε να επιβάλει νομοθετικά την αφαίρεση περιουσιακών στοιχείων από τους σημερινούς τους ιδιοκτήτες για να “διαμοιραστούν” στους δημιουργούς, όπως κάποιοι δημιουργοί επιθυμούν, είτε να αναγκάσει μια ιδιωτική επιχείρηση να διοικείται από τους πελάτες της, εν προκειμένω τους δημιουργούς – διότι αυτό φημολογείται ότι περιλαμβάνει το νομοσχέδιο.

Αλλά ας μην κάνουμε δίκη προθέσεων. Θα κρίνουμε το νομοσχέδιο όταν κατατεθεί. Εξάλλου, υπάρχει το ακόμη μεγαλύτερο ερώτημα για το αν είναι νομικά εφικτό να “σωθεί” η ΑΕΠΙ.

Το δυστύχημα εν προκειμένω είναι πως, μετά από 25 χρόνια και παρά τα όσα αποκαλύφθηκαν, η “μελαγχολική ελληνική πραγματικότητα”, όπως είπε χαρακτηριστικά ο αείμνηστος Σεβαστάκης, παραμένει ότι το ελληνικό κράτος νομοθετεί σύμφωνα με τα συμφέροντα μιας οικογένειας. Κι αυτό είναι πολύ πιο θλιβερό από το ίδιο το “σκάνδαλο”.

ΠΗΓΗEuro2day
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΠΑΡΙΣΣΗΣ
Δικηγόρος και Οικονομολόγος. Οι πολιτικές του απόψεις συνοψίζονται στη φράση "ελεύθερη αγορά με κρατική εποπτεία χάριν της Κοινωνικής Δικαιοσύνης" αλλά, όπως λέει, δεν εκπροσωπούνται πλέον στη Βουλή. Γράφει μόνο για ό,τι ξέρει.
ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ