Όχι, δεν είσαι DJ

Ο Disk Jockey της πλάκας είναι η κατηγορία που έχει κυριαρχήσει στο - άλλοτε, δυστυχώς - κραταιό επάγγελμα στην Ελλάδα. Ο DJ της πλάκας πλέον καταλαμβάνει το μεγαλύτερο κομμάτι της δουλειάς (όσης τελοσπάντων απέμεινε) σε έναν χώρο στον οποίο το να "παίζεις μουσική" δεν ήταν απλώς επάγγελμα, ήταν πραγματική τέχνη. Το χειρότερο όλων, όπως έχουν γίνει τα πράγματα, είναι ότι στις μέρες μας πληρώνεται το ίδιο ακριβά με έναν πραγματικό επαγγελματία κάθε άσχετος που αγόρασε ένα laptop, το φόρτωσε με 2-3 χιλιάδες πειρατικά mp3 και κάνει τον καμπόσο χαϊδεύοντας χωρίς λόγο τα κουμπάκια της κονσόλας. Πώς ξεχωρίζει ο επαγγελματίας DJ από τον DJ της πλάκας;

Ο αναγκαστικός εγκλεισμός των ημερών του κορωνοϊού μας έφερε αντιμέτωπους με ένα λούμπεν φαινόμενο που δεν είχε ποτέ περάσει από το μυαλό μου ότι θα ζήσουμε, τον …μπαλκονάτο DJ – τρομάρα του. Έναν τύπο που έβγαζε τα ηχεία στο μπαλκόνι και νόμιζε ότι προσέφερε κάποιο έργο, ενώ στην πραγματικότητα κακοποιούσε την ακοή των έρμων των γειτόνων που είχαν την ατυχία (…τύχη τις υπόλοιπες μέρες του χρόνου) να μη διαθέτουν τις ίδιες μουσικές ορέξεις με τον λεγάμενο.

Κι αν ο μπαλκονάτος υπήρξε ένα φαινόμενο που ευτυχώς εξέλιπε όπως εμφανίστηκε (απότομα) και θα το θυμόμαστε ως μέρος της άχαρης ζωής “τις μέρες του κορωνοϊού”, ο DJ της πλάκας είναι η κατηγορία που έχει κυριαρχήσει στο άλλοτε (δυστυχώς) κραταιό επάγγελμα στην Ελλάδα. Ο DJ της πλάκας σήμερα καταλαμβάνει το μεγαλύτερο κομμάτι της δουλειάς (όσης τελοσπάντων απέμεινε) σε έναν χώρο στον οποίο το να “παίζεις μουσική” ήταν πραγματική τέχνη. Ήθελε κόπο και θυσίες, κάμποσες ώρες προετοιμασίας, σχεδόν κάθε μέρα, είχε κόστος (γιατί αγόραζες δίσκους κάθε εβδομάδα), είχε ακόμη και κουβάλημα, και η δουλειά πληρωνόταν ανάλογα με την ικανότητα – σε πολλές περιπτώσεις, πολύ ακριβά. Το χειρότερο όλων, είναι ότι στις μέρες μας πληρώνεται το ίδιο ακριβά με έναν πραγματικό επαγγελματία κάθε άσχετος που αγόρασε ένα laptop, το φόρτωσε με 2-3 χιλιάδες κακογραμμένα, πειρατικά mp3 και κάνει τον καμπόσο χαϊδεύοντας χωρίς λόγο τα κουμπάκια της κονσόλας.

Με την ελπίδα ότι ανάμεσα στους αναγνώστες θα υπάρχουν και 1-2 wannabe DJs που απλώς δε γνωρίζουν πώς να γίνουν καλύτεροι αλλά έχουν τη θέληση να μάθουν, και κυρίως με την εικόνα μπροστά μου από το γάμο ενός συγγενικού ζευγαριού που είχε πληρώσει 1.250 Ευρώ σε έναν τυπάκο που καθόταν αραχτός και αδιάφορος μπροστά στον υπολογιστή, με το ποτό και το τσιγάρο στο χέρι, και άλλαζε κάθε 10-15 λεπτά έτοιμες playlist, θα προσπαθήσω να αναφέρω πολύ συνοπτικά τα βασικά της δουλειάς, καθώς και 2-3 πράγματα που κάνουν τη διαφορά μεταξύ της πρακτικής “αλλάζω τραγούδια και πληρώνομαι” και του επαγγέλματος – τέχνης του Disk Jockey.

Σημειώνω εκ των προτέρων ότι οι δυο πρώτες από τις ενότητες που ακολουθούν είναι “τεχνικές” και αφορούν κυρίως όσους θέλουν να γίνουν επαγγελματίες DJ, επομένως όλοι οι υπόλοιποι μπορείτε να τις παραλείψετε. Ωστόσο, είναι καλό να τις διαβάσετε αν θέλετε να μπορείτε να ξεχωρίζετε έναν επαγγελματία DJ από έναν ερασιτέχνη – ή έναν εκμεταλλευτή.

Οι “αλλαγές”

Ας ξεκινήσουμε με το πιο απλό σήμερα, το οποίο ήταν το πιο δύσκολο μέρος της τεχνικής μέχρι πριν 25 χρόνια. “Αλλαγή” ονομάζουμε τον τρόπο με τον οποίο περνάμε από το ένα μουσικό κομμάτι στο επόμενο. Καθώς το να υπάρξει κενό ανάμεσα στα μουσικά κομμάτια είναι αδιανόητο για όποιον θέλει να ονομάζεται επαγγελματίας DJ (τη δεκαετία του ’90 ήταν λόγος απόλυσης στα σοβαρά μαγαζιά), πρέπει να προσέχεις πάντα τις αλλαγές. Η πιο συνηθισμένη “αλλαγή” είναι ο συγχρονισμός μεταξύ τραγουδιών που έχουν κοντινό ρυθμό (π.χ. 120 και 128 bpm). Οι ψηφιακές κονσόλες (controllers) μπορούν πια να συγχρονίσουν αυτόματα τα πάντα, επομένως το μόνο που πρέπει να προσέξει ο ο DJ είναι η διαφορά των bpm μεταξύ των δυο τραγουδιών, που δεν πρέπει να είναι πολύ μεγαλύτερη από 10 bpm διότι το αποτέλεσμα από ένα όριο και πάνω είναι αστείο. Η αλλαγή που “ξεχωρίζει τα αγόρια από τους άντρες” είναι η “κοφτή”, είτε από την κονσόλα (πια) είτε από τον μίκτη (με το crossfader), δηλαδή η απότομη αλλαγή από το ένα κομμάτι στο άλλο, που όμως πρέπει να γίνει στο κατάλληλο σημείο ώστε να υπάρχει συνοχή, και να χρησιμοποιείται με μέτρο (10:1 το πολύ). Πλέον υπάρχουν τόσο πολλές παραλλαγές στις αλλαγές και είναι όλα τόσο εύκολα με τους controllers, που όριο είναι μόνο η φαντασία και η δημιουργικότητα. Όποιος έχει τη διάθεση να μάθει είναι εύκολο να βρει όλες τις λεπτομέρειες στο youtube (π.χ. εδώ ή εδώ).

Διάρκεια και σημείο αλλαγής

Στη χορευτική μουσική, από τη δεκαετία του ’70 ακόμη, τα πράγματα είναι κάπως απλά, καθώς κάθε dance κομμάτι κυκλοφορεί σε extended / club version (5-9 λεπτών) που έχει 2-3 προκαθορισμένα σημεία αλλαγής: στην αρχή και στο τέλος στις πεντάλεπτες versions, αλλά και στην μέση στις πιο μεγάλες (άνω των 6-7 λεπτών). Σε ό,τι αφορά το σημείο αλλαγής, αν είσαι πραγματικός DJ και βρίσκεσαι σε crescendo μπορεί και να κάνεις live performance με αλλαγές των 30 δευτερολέπτων, multiple sampling, mashup και overlap – αλλά το άρθρο αυτό δεν αφορά εσένα, γιατί αν έχεις φτάσει εκεί ξέρεις τι κάνεις. Για κάθε άλλον DJ ισχύει ο κανόνας των 90 δευτερολέπτων: κάθε κομμάτι πρέπει να παίζει για τουλάχιστον 90″ και να ακουστεί τουλάχιστον 1 κουπλέ και 1 ρεφραίν, ιδίως όταν δουλεύεις με radio versions. Μην το κόβεις, σπας τα νεύρα του κόσμου. Δε μιλάμε, φυσικά, για μουσική που δε χορεύεται. Αν θέλεις να δείξεις πόσο άσχετος είσαι, μπορείς είτε να κόβεις κομμάτια που δε χορεύονται, είτε να αφήνεις 7 λεπτά να παίζει η extended / club version εκείνων που χορεύονται. Α, και κάτι ακόμη: το σολάρισμα (jamming) ή δεν το ξεκινάμε, ή το αφήνουμε να παίξει μέχρι το τέλος – άκουσες χασάπη;

Οι γέφυρες

Με λύπη διαπιστώνω ότι σχεδόν κανείς δεν παίζει πια με γέφυρες – ίσως γιατί το να παίζεις με γέφυρες θέλει κόπο, εκτεταμένες γνώσεις ρεπερτορίου, φαντασία και μυαλό, και πλέον κυριαρχεί το ετοιματζίδικο και η τεμπελιά. “Γέφυρες” λέμε τα κομμάτια που διαθέτουν στοιχεία από τουλάχιστον 2 διαφορετικά είδη μουσικής και χρησιμοποιούνται για να περάσουμε ομαλά από το ένα είδος στο άλλο. Για παράδειγμα, αν έχεις αρχίσει το πρόγραμμα με κλασσικά swing και bossa nova και πρέπει να περάσεις σε πιο σύγχρονη μουσική, μπορείς ενδιάμεσα να βάλεις προσεκτικά επιλεγμένα κομμάτια acid jazz. Σε πιο σύγχρονες εκδοχές καλή λύση μπορούν να είναι και κάποια έτοιμα mashups. Σε 2-3 αλλαγές έχεις φτάσει εκεί που θέλεις, προσφέροντας ωστόσο μια στρωτή, ευχάριστη μουσική εμπειρία που δεν ενοχλεί και δεν ξενίζει. Βέβαια, αν έχεις “όρεξη” μπορείς να κάνεις τσαλαβούτες από την disco στα τσάμικα, μετά στα ποντιακά, μετά σε Latin και μετά πάλι τσάμικα. Άσχετος είσαι, κάπως πρέπει να το δείξεις.

Ο παλμός

Ο Armin Van Buuren και ο Tiesto μπορούν να διαλέγουν ό,τι θέλουν στο Cavo Paradiso διότι ο κόσμος πηγαίνει για να τους δει και να τους ακούσει να παίζουν τη μουσική τους και τη μουσική της επιλογής τους. Μέχρι όμως να σε καλέσουν ως guest DJ στην Tomorrowland (…ούτως ή άλλως θα κάνει 2-3 χρόνια να ξανανοίξει) οφείλεις να ακολουθείς τον παλμό του κόσμου, να προσαρμόζεις το πρόγραμμά σου στο κοινό και να ψάχνεις διαρκώς να βρεις τι αρέσει στους ανθρώπους που σε ακούνε εκείνη τη στιγμή, τι ταιριάζει στο μέρος, την περίσταση και την ώρα, και όχι να παίζεις εγωϊστικά “τη μουσική σου” και “σ’ όποιον αρέσουμε”. Στους γάμους μερικές φορές τα πράγματα είναι κάπως απλά: εκεί που όλοι χόρευαν, βάζεις κάτι τόσο λάθος και όλοι τρέχουν να καθίσουν. Ε, αλλάζεις μέχρι να ξανασηκωθούν, θέλεις δε θέλεις. Αλλά σε ένα μαγαζί πρέπει διαρκώς να παρακολουθείς αντιδράσεις. Πόσοι αντιδρούν στο ρυθμό, π.χ. κουνώντας ρυθμικά το πόδι ή χτυπώντας το δάχτυλο στο τραπέζι; Είναι πιο πολλοί ή πιο λίγοι σε σχέση με πριν αλλάξεις ύφος μουσικής; Ο κόσμος ήρθε για να χορέψει ή για να πιει ήρεμα το ποτό του; Πρέπει να ξεσηκώσεις το κοινό; Μπορείς; Κι αν δεν μπορείς, πόση ώρα θα προσπαθείς; Όλα υπάρχει τρόπος να τα δεις ώστε να γίνεις καλύτερος, αρκεί να νοιάζεσαι. Και κάτι ακόμη. Η φαντασία είναι κάτι πολύ σχετικό στο μουσικό πρόγραμμα. Σε ένα στρωτό πρόγραμμα, με συνοχή και συνέχεια, οι παρεκτροπές, οπωσδήποτε λίγες και έξυπνες, δείχνουν φαντασία και ανεβάζουν τη διάθεση του κοινού. Σε ένα πρόγραμμα χωρίς συνοχή, οι αψυχολόγητες και διαρκείς τσαλαβούτες, που είπαμε και προηγουμένως, προκαλούν δυσφορία και αδειάζουν το χώρο.

Η φρεσκάδα

Είσαι DJ σε γάμο. Μπράβο σου, τσέπωσες 1.000 Ευρώ. Πριν αρχίσεις να παίζεις, σκέψου λίγο. Ποιόν μπορεί να εκφράζει ο στίχος “το παπάκι, αχ καλέ παπί, το παπάκι πάει στην ποταμιά” ή “έχει ν’έχει, τρύπαν το σαλβάρι έχει”; Τι είναι το σαλβάρι, ξέρεις; Κι εν πάση περιπτώσει, το τραγούδι είναι ποντιακό. Γιατί βάζεις την έκδοση με τα κλαρίνα και την ντραμς από το 14ο χιλιόμετρο Αθηνών – Λαμίας, τόσο δύσκολο είναι να το βρεις με ποντιακή λύρα; Ή, πόσο ταιριαστό είναι με την περίσταση να ακούγεται ο στίχος “κι αν ο παπάς, Παπαλάμπραινα, κι αν ο παπάς είν’ άρρωστος, κι αν η παπαδιά πεθαίνει, Παπαλάμπραινα καημένη” ή “άνοιξε πέτρα για να μπω”; Σημειώνω ότι όλα τα έχω ακούσει σε γάμους (ιδίως αυτό το παπί θέλω να το βρω και να το ξεπουπουλιάσω), και μάλιστα το “άνοιξε πέτρα” το έχω ακούσει επανειλημμένα ως τραγούδι της νύφης. Χιούμορ, ε κύριε Ντι Τζέι μου; Ναι, τι πνευματώδες. Για δες λίγο την πεθερά πώς κοιτάζει τη νύφη που σηκώθηκε να το χορέψει.

Πήρες ένα χιλιάρικο – το ξαναλέω. Δείξε λίγη ευγνωμοσύνη. Κάνε έρευνα. Ενδιαφέρσου. Ρώτα τις καταγωγές των σογιών. Ψάξε πέρα από την πεπατημένη. Αν είναι Ηπειρώτες, βάλε κανένα Ζαγορίσιο παραπάνω – αλλά τα Πωγωνίσια και οι αργοί χοροί “στα τρία” με μέτρο γιατί αν τα συμπεθέρια δεν είναι Ηπειρώτες θα σου αδειάσουν τη γωνία σε 10 λεπτά και η παρεξήγηση μεταξύ τους είναι σχεδόν βέβαιη. Αν είναι Βλάχοι δε θέλουν να ακούσουν μόνο τη Ζαχαρούλα, αλλά και την Τασιά και τ΄αηδόνι και μπεράτη και φυσικά συρτά και τσάμικα – αλλά της Πίνδου, όχι της Ρούμελης και του Μοριά. Είναι αιγαιοπελαγίτες; Πιθανότατα ΔΕ θα θέλουν να ακούσουν “τα νησιώτικα” με τη φωνή του Πάριου. Νησί με νησί έχει διαφορές. Ψάξε. Βρες. Μάθε. Μην είσαι μπούφος.

Αν σκοπεύεις να παίξεις Rock n Roll προετοιμάσου κατάλληλα: άκουσε Jerry Lee Lewis, Bill Haley, Chuck Berry, Chubby Checker, Eddie Cochran, Little Richard – και η τεχνητή νοημοσύνη του youtube θα σε βοηθήσει να μάθεις και τους υπόλοιπους. Φτάνει πια με την κονσέρβα του Jive Bunny, που ήταν ένα πολύ πρωτότυπο και πολύ ωραίο medley – αλλά φτιάχτηκε 30 χρόνια πριν κι έχει ακουστεί δισεκατομμύρια φορές, δεν το λες πια ούτε πρωτότυπο ούτε και φαίνεται ωραίο! Τα μεγαλύτερα ονόματα της Disco ήταν οι Boney M, Earth Wind & Fire, Chic, Kool and the Gang και άλλα groups που πιθανόν δεν έχεις ακούσει. Αυτό το YMCA που σίγουρα το έχεις λιώσει είναι τραγούδι για τη ΧΑΝ (στην κυριολεξία). Υπάρχει ζωή και πέρα από Ι will survive. Ξεκόλλα!

Κι επιτέλους, ΟΧΙ ΑΛΛΟ ΖΕΪΜΠΕΚΙΚΟ ΤΗΣ ΕΥΔΟΚΙΑΣ! Πρέπει να έχει παίξει σε κάθε γάμο (εκτός από το δικό μου), η πιο διαδεδομένη version είναι 4.04 λεπτά, ο γαμπρός κουράζεται, ο ρυθμός είναι βαρύς, αν δεν το ‘χει με το χορό γελοιοποιείται. “Ζύγισέ” τον, διευκόλυνέ τον αν ζορίζεται, βάλε κάτι πιο ελαφρύ, και κυρίως πιο σύντομο. Αν και το καλύτερο, εδώ που τα λέμε, είναι να ΜΗΝ το βάλεις καθόλου αν δε σου το ζητήσει ο ίδιος. Βοήθα την κατάσταση, πήρες ένα χιλιάρικο γκαντ ντάμεντ!

Το ταλέντο

Τέλος, το ταλέντο. Δε θα μπορέσω να περιγράψω τι εστί ταλέντο, και νομίζω ότι κανείς δεν τα έχει καταφέρει καλά στη συγκεκριμένη προσπάθεια. Αυτό που μπορώ να κάνω είναι να προσδιορίσω που εντοπίζεται το ταλέντο στην τέχνη του DJ, μεταφέροντας επακριβώς τα λόγια του καλύτερου DJ με τον οποίο έχω δουλέψει τότε που ασκούσα το επάγγελμα, 25-30 χρόνια πριν.

Μου λέει, λοιπόν, μια μέρα ο Παναγιώτης ο Κοσμίδης: ρε φίλε, ξέρεις τι μας έκανε περήφανους τότε που κάναμε τη δουλειά και νιώθαμε ότι ξεχωρίζουμε από το πλήθος; Το αυτί. Όταν διάλεγα μουσική στις νέες κυκλοφορίες, 2-3 φορές κάθε εβδομάδα, ένιωθα ότι έχω το καλύτερο “γούστο” από όλους. Ότι μπορώ να ακούσω ένα κομμάτι 10 δεύτερα στην αρχή και 10 δεύτερα στη μέση και να καταλάβω αμέσως σε ποιον απευθύνεται, πόσο θα αρέσει στον κόσμο κι αν τελικά θα γίνει επιτυχία.

Πώς διδάσκεται, πώς μεταδίδεται αυτό, αγαπητέ φίλε Παναγιώτη; Εδώ θα σταματήσω την κουβέντα, γιατί πραγματικά δεν μπορώ να σκεφτώ κάτι που να βοηθά. Δεν έχω απάντηση.

Επίλογος

Κλείνοντας, πρέπει να ομολογήσω ότι από πριν αρχίσω να γράφω το άρθρο, αλλά και τώρα που το τελείωσα, δεν είχα και δεν έχω στο μυαλό μου τόσο πώς θα θα βοηθήσω τους wannabe DJs να γίνουν πραγματικοί επαγγελματίες (όποιος θέλει βρίσκει τα πάντα στο internet), όσο τους ιδιοκτήτες cafe – bars που προσλαμβάνουν “DJs” που όμως πολύ συχνά δεν μπορούν να τους αξιολογήσουν, όπως αποδεικνύεται από το αποτέλεσμα, καθώς και τα ζευγάρια που ονειρεύονται το καλύτερο για το γάμο τους και πέφτουν θύματα εκμετάλλευσης. Όλα – ή κάποια από αυτά που – έγραψα παραπάνω θα μπορούσαν ενδεχομένως να είναι η εισαγωγή χιουμοριστικού βιβλίου για το επάγγελμα του DJ. Ίσως και να βοηθήσουν καναδυό νέα παιδιά να βελτιωθούν και να γίνουν επαγγελματίες – μπορεί και όχι. Πάντως είναι ως έχουν, όπως ακριβώς τα βλέπετε, ένας πλήρης οδηγός για το τι πρέπει να ψάξετε και τι να αποφύγετε όταν έρθει η ώρα να κάνετε την επιλογή.

Κι εσείς αγαπούλες που ετοιμάζεστε να παντρευτείτε, όταν πηγαίνετε σε άλλους γάμους και σε μαγαζιά, μάθετε να ακούτε. Αν δείτε τον DJ να κάθεται ή να χαϊδεύει τα μικρά στρόγγυλα κουμπάκια αλλά ακούτε τα τραγούδια να αλλάζουν μόνα τους, ο μάγκας παίζει κονσέρβες. Αν ακούσετε το παπάκι που να μη σώσει να ξαναπάει στην ποταμιά, ο τύπος είναι της αρπαχτής. Όλα όσα έγραψα παραπάνω θα είναι καλό να τα παρατηρείτε. Κι όταν έρθει η ώρα η καλή, τότε να ζητάτε, να απαιτείτε. Το χιλιάρικο προέρχεται από τις θυσίες και το υστέρημά σας και το υστέρημα των γονιών σας. Μην το πετάξετε σε κάποιον που “κάνει τον DJ” αλλά τα έχει όλα γραμμένα. Αυτά από μένα και καλά στέφανα.

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΠΑΡΙΣΣΗΣ
Σύμβουλος Στρατηγικής Επιχειρήσεων - Δικηγόρος και Οικονομολόγος. Οι πολιτικές του απόψεις συνοψίζονται στη φράση "ελεύθερη οικονομία με κρατική εποπτεία χάριν της κοινωνικής δικαιοσύνης" αλλά, όπως λέει, δεν εκπροσωπούνται πια στη Βουλή. Διαβάζει όσο περισσότερο μπορεί, γράφει μόνο για ό,τι ξέρει.
ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ