ΜΕ ΤΟΝ ΓΚΑΛΗ, ΤΟ ΓΙΑΝΝΑΚΗ, ΤΟ ΦΙΛΙΠΠΟΥ ΚΑΙ Τ’ ΑΛΛΑ ΠΑΙΔΙΑ…

...Και η χαρά όλων ήταν υπέρμετρη, αν και οι μεγάλοι ήξεραν ότι αυτή η διάκριση δε θ' άλλαζε τη ζωή τους. Τότε, τι ήταν αυτό που μας έκανε τόσο χαρούμενους;; Τα χρήματα των γονιών μας παρέμειναν τα ίδια, τα παιχνίδια μας το ίδιο κι άντε ν' αγοράζαμε κάποια καινούρια παπούτσια για μπάσκετ ή μια μπάλα Molten. Ήταν η ελπίδα για καλύτερες μέρες, που μας έδωσε φτερά; Ήταν η ηλικία ημών των τότε εφήβων, που εκ προοιμίου είναι η πιο όμορφη στην επίγεια ζωή ενός ανθρώπου; Είναι η απόσταση, που εξιδανικεύει την εποχή;

Εισιτήριο Eurobasket '87

«It ‘s the final countdown»… Europe… Ποιος Έλληνας δεν το έχει συνδέσει με το θρίαμβό της Εθνικής ομάδας μπάσκετ το 1987;; Αλλά πριν απ’ αυτό… Ποιος απ’ τη γενιά μας (που τότε τελείωνε το Δημοτικό ή πήγαινε Γυμνάσιο/Λύκειο) δε θυμάται; «Όχι τρίποντο, όχι τρίποντο», φώναζε με προφητικό παράπονο ο αείμνηστος Φίλιππος Συρίγος…!!! Aλλά ο Γιοβάισα δεν τον άκουγε και μας ισοφάρισε…!! 101-101… Και δωσ’ του ν’ αναλύει ο έμπειρος περί τα μπασκετικά σπίκερ τι έπρεπε να γίνει, πώς να τον κλείσουν και ν’ αφήσουν τους Σοβιετικούς να βάλουν ανενόχλητοι δίποντο, μη μπορώντας να κρύψει τον γνήσιο ελληνικό εκνευρισμό του.

Λίγο μετά ήρθαν οι δύο βολές απ’ τον Καμπούρη, αυτόν τον «τίμιο γίγαντα» (επική ατάκα του Συρίγου κι ας μπέρδευε εκείνα τα δευτερόλεπτα τη νίκη με την πρόκριση). Και λες και είχε άγνοια κινδύνου, ο «γίγαντας» από τον Πειραιά, γύριζε κάθε τόσο με απίστευτη ψυχραιμία και κοιτούσε τους συμπαίκτες του, όσους τον κοιτούσαν τουλάχιστον, γιατί κάποιοι εξ αυτών, μη μπορώντας να αντέξουν την ένταση της στιγμής, είχαν γυρίσει προς την κερκίδα και περίμεναν… Εύστοχη η πρώτη… εύστοχη η δεύτερη και μετά από τέσσερα δευτερόλεπτα και ένα άστοχο σοβιετικό τρίποντο, η Ελλάδα μέσα σε μια καταιγίδα χαράς, λυγμών και πανηγυρισμών γινόταν πρωταθλήτρια Ευρώπης…!!! Πόσο διαφορετική θα ήταν, ίσως, η ιστορία, αν ο αδερφός του δεν του είχε κρύψει ότι ο πατέρας τους είχε πάθει έμφραγμα. Και τις έβαλε και τις 2, χωρίς να ξέρει τι είχε συμβεί πριν τέσσερις μέρες σπίτι του. Και αυτός ήταν ο λόγος που ο Αργύρης Καμπούρης δεν παραβρέθηκε στο επινίκιο γλέντι, που ακολούθησε το ίδιο βράδυ. Πήγε να επισκεφθεί τον πατέρα του στο νοσοκομείο, εκεί που αρκετοί άλλοι Έλληνες κατέληξαν από καρδιά ύστερα απ’ τις βολές του.

Βέβαια, οι πιο σημαντικές βολές στον τελικό του ’87 ΔΕΝ ήταν του Καμπούρη, παρόλο που αυτός παίρνει όλη τη δόξα και μνημονεύεται σε κάθε γραπτή ή προφορική αναφορά…!! Ήταν αυτές του «αδικημένου» από την μπασκετική ιστορία και την κοντή μνήμη του νεοέλληνα Λιβέρη Ανδρίτσου (του τόσο καθοριστικού εκείνο το βράδυ με το μεστό του παιχνίδι), που τον έμαθε μέχρι και η γιαγιά μου τότε, που έβλεπε μαζί μας τον αγώνα. Με τις οποίες ισοφαρίσαμε 89-89 και πήγαμε το παιχνίδι στην παράταση… Αν χανόταν έστω και μία, η ιστορία θα ήταν πολύ διαφορετική και η ρωσική αρκούδα θα κρεμούσε στο στήθος της το χρυσό. Ενώ και να ‘χανε και τις δύο βολές ο Καμπούρης, θα πηγαίναμε σε δεύτερη παράταση. 

Και στο τελευταίο σφύριγμα χαιρόντουσαν μαζί Παπανδρέου, Μητσοτάκης, Σαρτζετάκης, και Μελίνα, δίπλα-δίπλα, γιατί ήταν εθνική υπόθεση.. Αξέχαστη θα μείνει η φωτογραφία του Χριστοδούλου να έχει στους ώμους του τη Μερκούρη, ενώ οι αστέρες της ομάδας στις πρώτες τους δηλώσεις παρότρυναν την αθλητική ηγεσία να χτίσει μπασκέτες. Και ο Βαλυράκης άνοιξε τη στρόφιγγα και μοίρασε στα σχολεία 60,000 μπάλες μπάσκετ, ενώ κάθε αλάνα απέκτησε μπασκέτα, με διχτάκι ή χωρίς… Και στην Εθνική ομάδα τότε είχαν μπει οι καλύτεροι, όχι «τα δικά μας παιδιά» ή όσοι είχαν μέσο. Η επιλογή ήταν αριστίνδην, και γι’ αυτό το λόγο το αποτέλεσμα ήταν 103-101… Και ο πελαργός-μασκότ του euro ’87 (όχι, δεν ήταν ακροδεξιό πτηνό ούτε χαιρετούσε φασιστικά, όπως ακούστηκε πριν λίγα χρόνια) κόλλησε σ’ όλα μας τα βιβλία μέχρι το Πανεπιστήμιο…

Και λίγα λεπτά μετά το σφύριγμα της λήξης όλοι ξεχυθήκαμε στους  δρόμους. Με τ’ αυτοκίνητα, τα «παπιά» και τις enduro (τρικάβαλο, για να φτάσουμε πιο γρήγορα), τα πόδια. Όλοι με ένα μεγάλο χαμόγελο τρέχαμε σα δαιμονισμένοι, εκστασιασμένοι, σε ρυθμό διονυσιακό, με κατεύθυνση τον κεντρικό δρόμο της πόλης, λες και δε μας έφτανε η χαρά απ’ το κλείσιμο των σχολείων για τις καλοκαιρινές διακοπές.Ήρθε πλέον η σειρά μας, ήμασταν πια πρωταθλητές, ήρθανε «άλλες εποχές»… Ήμασταν οι καλύτεροι εξαιτίας των ημίθεων συνελλήνων μας, του Γκάλη, του Γιαννάκη, του Φιλίππου και των άλλων παιδιών…!! Και από κει και πέρα, όλοι οι έφηβοι παίζαμε μπάσκετ μανιωδώς κάθε μεσημέρι και απόγευμα, γεμίζοντας ασφυκτικά τα υπαίθρια γήπεδα και ονειρευόμενοι να ακολουθήσουμε τα χνάρια των άρτι γενομένων πρωταθλητών Ευρώπης.

Και η χαρά όλων ήταν υπέρμετρη, αν και οι μεγάλοι ήξεραν ότι αυτή η διάκριση δε θ’ άλλαζε τη ζωή τους. Τότε, τι ήταν αυτό που μας έκανε τόσο χαρούμενους;; Τα χρήματα των γονιών μας παρέμειναν τα ίδια, τα παιχνίδια μας το ίδιο κι άντε ν’ αγοράζαμε κάποια καινούρια παπούτσια για μπάσκετ ή μια μπάλα Molten. Ήταν η ελπίδα για καλύτερες μέρες, που μας έδωσε φτερά; Ήταν η ηλικία ημών των τότε εφήβων, που εκ προοιμίου είναι η πιο όμορφη στην επίγεια ζωή ενός ανθρώπου; Είναι η απόσταση, που εξιδανικεύει την εποχή; Ίσως όλα μαζί, ίσως η αναπόφευκτη σύγκριση με το σήμερα. Και η αλήθεια είναι πως όσο πιο πολύ ξεμακραίνει το γεγονός τόσο πιο ιδανικό φαντάζει στα μάτια ακόμα και των ενηλίκων εκείνης της νύχτας. Και το μόνο που δε θ’ αλλάξει, είναι το χαμόγελό μας, κάθε φορά που θα βλέπουμε τον Γκάλη να κάνει τριπλό «σπάσιμο» και να «γλεντάει» τους διπλάσιους σε ύψος Ρώσους ή τον Φιλίππου, σα παιδάκι μικρό, να μην αντέχει να δει τον συμπαίκτη του να κάνει το Ελλάδα-Ρωσία 103-101…

Και θα θυμάμαι για πάντα τη μακαρίτισσα τη γιαγιά μου να φωνάζει «Μπράβο, ρε Φάνη..!!!» για ένα εύστοχο «τζαμπ σουτ»… Κι ας ήταν ο Ρωμανίδης…

Προηγούμενο άρθροΓΙΑΤΙ ΟΙ ΙΔΕΕΣ ΜΑΣ ΔΕ ΓΙΝΟΝΤΑΙ ΠΡΟΪΟΝΤΑ
Επόμενο άρθροΓΙΑΤΙ Η ΕΛΛΑΔΑ ΔΕΝ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΒΓΕΙ ΣΤΙΣ ΑΓΟΡΕΣ
ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΚΛΕΤΣΑΣ
Ο Αθ. Κλέτσας (Σάκης για τους φίλους) είναι κλασσικός φιλόλογος με μεταπτυχιακές σπουδές στην Διοίκηση Εκπαιδευτικών Μονάδων και τη Φιλοσοφία της εκπαίδευσης. Κατάγεται από τις Σέρρες και ζει μόνιμα στη Ρόδο, όπου υπηρετεί πλέον ως Διευθυντής του Σχολείου Δεύτερης Ευκαιρίας. Μιλάει λίγο, γράφει πολύ.
ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ