ΜΕ ΣΚΟΤΩΣΑΝ 17 ΝΟΕΜΒΡΗ

Τη στιγμή που γράφονται αυτές οι αράδες, η υγεία του Κουφοντίνα βρίσκεται σε οριακό σημείο. Δεν επιθυμώ τον θάνατό του, όπως δεν επιθυμώ το θάνατο κανενός ανθρώπου. Το πρόβλημα, όμως, είναι ότι ενδεχόμενος θάνατός του πιθανόν θα προκαλέσει μεγάλης έκτασης επεισόδια και θα τον αγιοποιήσει στη μερίδα των ομόδοξών του. Είναι πιο δύσκολα απ’ όσο φαίνονται τα πράγματα, γιατί το θέμα έπρεπε να είχε λυθεί νωρίτερα. Τώρα αν υποχωρήσει η Δικαιοσύνη (είτε υπάρχουν παρανομίες από την πλευρά της είτε όχι), θα γίνει ήρωας ο αιτών κι οι υποστηρικτές του θα το θεωρήσουν καίρια νίκη, ενώ θα πληγωθεί το κοινό περί δικαίου αίσθημα της μεγάλης πλειοψηφίας.

Εικόνα χαρακτηρισμένη ως Creative Commons. Πηγή: https://www.flickr.com/photos/23899489@N02/15485307155/in/photostream/

«Για πες!! Είσαι υπέρ ή εναντίον του αιτήματος Κουφοντίνα;», με ρώτησε ένας διαδικτυακός φίλος τις προάλλες στο μέσεντζερ. «Δεν μπορώ να σου απαντήσω μονολεκτικά». Του έγραψα. «Κι αυτό γιατί το ζήτημα είναι πολυπαραγοντικό». Η απάντησή μου σα να τον έθιξε, γιατί περίμενε ως πολιτικά «ομόδοξος» να κατακεραυνώσω τον «αληταρά, που κακό ψόφο να ‘χει». Είναι το τρεντ της εποχής και ταυτόχρονα η διαχρονική μόδα, το να χωριζόμαστε μέσω των σόσιαλ σε βολικά στρατόπεδα και να πυροβολούμε από την ασφάλεια του καναπέ μας τον αντίπαλο. Τον Κουφοντίνα, τον Λιγνάδη, τον Φιλιππίδη, τον Τραμπ, όποιον -τέλος πάντων- παραβιάζει τον ιδεολογικό-ηθικό μας κώδικα, τον παγιωμένο, δύσκαμπτο και δύσκολα μεταστρέψιμο τρόπο που βλέπουμε τα πράγματα.

Υπέρ ή κατά του αιτήματος Κουφοντίνα, λοιπόν. Κι εδώ βρίσκεται η πρώτη παγίδα. Το θέμα μας (από το οποίο εκπορεύονται όλα τα συμπαρομαρτούντα) είναι το αίτημά του κι όχι ο ίδιος. Αν το ερώτημα ήταν «είσαι υπέρ ή κατά του Κουφοντίνα;», η απάντηση θα ήταν πιο εύκολη, άσχετα αν οι περισσότεροι ανάγουν το θέμα στο αν συμπαθούν ή αντιπαθούν (για τους δικούς τους λόγους) τον «πολιτικό κρατούμενο», «δολοφόνο», «ένοπλο αγωνιστή», «άνανδρο τρομοκράτη» Δημήτρη Κουφοντίνα.

Σε ένα πιο φιλοσοφικό επίπεδο, τέτοιου είδους μανιχαϊκά διλήμματα θεωρούνται αφελή κι απλοϊκά, ειδικά στα πιο πολυπαραγοντικά ζητήματα. Η ζωή επιβεβαιώνει την προαναφερθείσα φιλοσοφική αντιμετώπιση, καθώς στα ανθρώπινα τούτου του μάταιου ντουνιά λίγα είναι τα «άσπρο-μαύρο» ζητήματα, οι ολικής αγνοίας ερωτήσεις, αυτές που απαιτούν μόνο ένα «ναι» ή ένα «όχι». Για να απαντηθεί το αρχικό ερώτημα, οφείλουμε να εξετάσουμε όλα τα επίπεδα που αναδύονται, όλα τα πλαίσια, στα οποία «πατά» το αίτημα Κουφοντίνα. Κι αυτά είναι τρία: το νομικό, το πολιτικό και το ηθικό.

Στο πρώτο επίπεδο, το νομικό, θα πρέπει να ελεγχθούν έντιμα και με πλήρη διαφάνεια (άσχετα από το τι νιώθει κάποιος για τον Κουφοντίνα –όσο δύσκολο κι αν είναι αυτό) τα εξής:

  • Είναι δίκαιο το αίτημα του Κουφοντίνα;
  • Τηρήθηκαν όλα τα έννομα;
  • Η υποχρεωτική σίτιση είναι βασανιστήριο κι αν ναι, υπό ποιες προϋποθέσεις;

Και φυσικά:

  • Αν είναι δίκαιο το αίτημα και δεν έχουν τηρηθεί τα έννομα, η Πολιτεία, στο πλαίσιο της τυφλής  Δικαιοσύνης, όφειλε κι οφείλει να πράξει τα δέοντα.
  • Αν δεν είναι δίκαιο κι έχουν τηρηθεί όλα τα έννομα, η Πολιτεία, στο πλαίσιο της τυφλής Δικαιοσύνης, όφειλε κι οφείλει να πράξει (να συνεχίσει στην περίπτωση αυτή να πράττει) τα δέοντα, χωρίς να επηρεάζεται από κάθε είδους (ιδεολογικές ή συναισθηματικές) πιέσεις.

Το δεύτερο επίπεδο, το πολιτικό-πολιτειακό απαιτεί ως προαπαιτούμενο μια βάση αναφοράς, καθώς δεν μπορεί να ελεγχθεί αντικειμενικά κι είναι θέμα προσωπικής επιλογής. Εφόσον επιλεχθεί ως πλαίσιο αναφοράς η “αστική” Δημοκρατία κι όλες οι εκφάνσεις της, τότε το αίτημα χρήζει ιδιαίτερης προσοχής. Κι αυτό όχι τόσο για τη φύση του ίδιου του αιτήματος, αλλά κυρίως για το ότι αρκετοί συμπολίτες μας επέλεξαν να υποστηρίξουν το συγκεκριμένο αίτημα του συγκεκριμένου κρατούμενου. Υπάρχουν πολλοί άλλοι φυλακισμένοι με παρόμοια αιτήματα, αλλά δεν απασχολούν τους υποστηρικτές του. Η επιλογή υποστήριξης, λοιπόν, ενός χαρακτηρισμένου από την “αστική” Δημοκρατία ως τρομοκράτη κι ενός καταδικασμένου από την “αστική” Δικαιοσύνη για τη δολοφονία πολλών ανθρώπων, καταδεικνύει έναν δυνητικό κίνδυνο, γιατί –πέρα από το ότι απαξιώνεται το ύψιστο ατομικό έννομο σε μια ευνομούμενη Πολιτεία (αυτό της ανθρώπινης ζωής)- η τρομοκρατία (με αστικούς όρους) υποστηρίζεται από πρόσωπα που άσκησαν εξουσία σε υψηλό βαθμό (Δρίτσας) ή που ασκούν σε πιο χαμηλό (π.χ. διευθυντές ομόδοξοι του Κουφοντίνα σε κάθε είδους δομή) ή θα ασκήσουν μελλοντικά σε οποιοδήποτε βαθμό. Κι ελλοχεύει ίσως ακόμα περισσότερο ο κίνδυνος, από τη στιγμή που μια σχετικά μεγάλη μερίδα του πνευματικού κόσμου της χώρας έχει ασπαστεί ενυπόγραφα τη θέση του Κουφοντίνα.

Κι ερχόμαστε στο ηθικόν του πράγματος. Εφόσον μιλάμε για νεκρούς, θα περίμενε κανείς να υπάρχει ένας κοινός κώδικας αντιμετώπισης. Όμως, στην περίπτωση αυτή κάνει την εμφάνισή της μια παράμετρος που διαφοροποιεί τη στάση των ομόδοξων του Κουφοντίνα. Ενώ όλοι οι υπόλοιποι εμφανίζουν σχετικά κοινή θέση (φυσικά, με πιο ψύχραιμες ή πιο ακραίες αντιδράσεις), οι υποστηρικτές του διακατέχονται από το φαινόμενο του ταξικού εγωισμού (ο εγωισμός της κολλεκτίβας). Ο ταξικός εγωισμός, που κοινωνικά βρίσκεται στο ενδιάμεσο του ατομικού εγωισμού (του άχρηστου «ιδιώτη» στους αρχαίους Έλληνες –εξ ου και η αγγλική λέξη idiot) και της συλλογικότητας (με την καθαρά ετυμολογική σημασία του όρου, προς αποφυγή παρεξηγήσεων), διαμορφώνει τον βαθμό ενσυναίσθησης ανάλογα με την ταξική/ιδεολογική υπόσταση του θύτη ή/και του θύματος.

Στην περίπτωσή μας, ο ταξικός εγωισμός, που διέπει τους υποστηρικτές του, παραβλέπει την όποια εγκληματική ή/και τρομοκρατική (με όρους «αστικής» Δικαιοσύνης) δράση του θύτη και προσδίδει στις ενέργειές του ιδεολογική χροιά, δικαιολογώντας στην ουσία ληστείες, δολοφονίες και τρομοκρατική συμπεριφορά (πάλι με βάση, φυσικά, την «αστική» έννοια της κοινωνικής δημοκρατικής συνύπαρξης –θα μπορούσα να μη χρησιμοποιήσω τη λέξη «αστική», γιατί δεν θεωρώ ότι υπάρχει άλλο είδος Δημοκρατίας και Δικαιοσύνης, αλλά έχω την επιθυμία να γίνει απόλυτα κατανοητό το σημαινόμενο του κειμένου κι από την άλλη πλευρά). Βέβαια, οι υποστηρικτές πρέπει να έχουν υπόψη τους -σε κάθε προσπάθεια που κάνουν να ενδύσουν τα επιχειρήματά τους με έναν μανδύα ανθρωπισμού και δημοκρατικής ευαισθησίας- ότι πλανάται στον αέρα η αίσθηση πως δε θα ήταν τόσο ευαίσθητοι σε μια απεργία πείνας/δίψας των Κορκονέα, Ρουπακιά ή Καλαμπόκα. Επίσης, οφείλουν να έχουν στο νου ότι κάθε τέτοια προσπάθεια ανθρωπιστικής δικαιολόγησης συνιστά υποτίμηση της ευφυΐας των υπολοίπων. Γιατί κανείς δεν πιστεύει ότι η υποστήριξή τους είναι στο πλαίσιο του ανθρωπισμού και των οφειλόμενων δημοκρατικών δικαιωμάτων που πρέπει να έχει κάθε κρατούμενος. Στην περίπτωση Κορκονέα, Ρουπακιά και Καλαμπόκα οι ευχές αβροφροσύνης του στυλ «κακό ψόφο να ‘χουν» θα δονούσαν τον ελληνικό ουρανό, αλλά αυτό απλά μένει να το δούμε στο μέλλον.

Κλείνοντας το ηθικόν του πράγματος, στο πλαίσιο της ενσυναίσθησης, ας αναφερθεί μια απλή υπόθεση εργασίας: ο Κορκονέας κάνει απεργία πείνας/δίψας, ζητώντας κάτι το οποίο αυτός κι οι υποστηρικτές του θεωρούν δίκαιο. Επιπλέον, οι υποστηρικτές του κατεβαίνουν σε πορείες με ένα μεγάλο πανό που θα λέει «ΓΕΝΝΗΘΗΚΑ ΤΗΝ 6Η ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ». Δεν ξέρω πόσοι απ’ αυτούς που διαρρηγνύουν σήμερα τα ιμάτιά τους για την έλλειψη ανθρωπισμού ή δημοκρατικών ελευθεριών θα υποστήριζαν τα ίδια για τον δολοφόνο του Γρηγορόπουλου ή θα πάλευαν για τα δικαιώματά του. Δεν ξέρω πόσο θα άντεχαν να νιώθουν τη μάνα του να ξαναχάνει το γιο της κάθε φορά που βλέπει τον δολοφόνο και τους υποστηρικτές του να διατρανώνουν την παρουσία τους, βιάζοντας την κοινή λογική και βαφτίζοντας το μαύρο άσπρο. Και για όποιον βιαστεί να αναφέρει ότι δεν είναι το ίδιο ο «ιδεολογικός αγώνας» του Κουφοντίνα με τη μεμονωμένη δολοφονία Γρηγορόπουλου, ας καταλάβουν επιτέλους ότι για όσους δεν είναι ομόδοξοι του Κουφοντίνα, δεν τίθεται θέμα ένοπλου επαναστατικού αγώνα στη δράση του, αλλά πρόκειται για στυγνές δολοφονίες επί έντεκα. Η ίδια υπόθεση εργασίας αφορά και την περίπτωση «Φύσσα» (με ανάλογους υποστηρικτές, ανάλογο πανό, ανάλογες πορείες). Αυτές οι υποθέσεις εργασίες δε χρειάζονται περαιτέρω ανάλυση. Απλά, αποτελούν από μόνες τους τροφή για ενσυναίσθηση και για σκέψη.

Και μιας και αναφερόμαστε σε υποστηρικτική συμπεριφορά, αξίζει να ειπωθεί και το εξής: η Κούρτοβικ αυτή τη στιγμή με τη δήλωσή της έχει δημιουργήσει προηγούμενο. Ο Λιγνάδης, όταν γίνει η δίκη κι εφόσον καταδικασθεί, δε θα είναι παιδεραστής για τους υποστηρικτές του ή τον δικηγόρο του, αλλά κρατούμενος. Για τα δικαιώματα των κρατουμένων έχει αποφανθεί καιρό τώρα η Νομοθεσία κι είναι ίδια για όλους. Δε είμαι νομικός και δε θα ήθελα να ασχοληθώ με τα δικαιώματα αυτά σε πιο ερευνητικό στάδιο, αλλά αν ο Κουφοντίνας έχει αδικηθεί, ας ψάξει να βρει έννομα το δίκιο του από την «Αστική» Δικαιοσύνη (αυτήν που επικαλείται, όταν παίρνει άδειες), εφόσον αυτή είναι η μόνη Δικαιοσύνη που έχουμε και την επιθυμεί η συντριπτική πλειοψηφία των πολιτών. Θα ήταν φασιστικό να προσπαθήσει να επιβληθεί σε όσα επιθυμούν οι πλειοψηφίες κι σε όσα έχουν αποφασιστεί δημοκρατικά. Εκτός αν ο ίδιος κι οι υποστηρικτές του αδιαφορούν για τη Δημοκρατία.

Έχει γίνει, λοιπόν, εμφανές ότι δεν υπάρχει κοινός ηθικός κώδικας. Όπως δεν υπάρχει και Κοινή Λογική, γιατί σε κάποιους ανθρώπους η ιδεολογία τα σκεπάζει όλα. Εύχομαι από καρδιάς οι υποστηρικτές του να μη βρεθούν στη θέση του θύματος ή της μάνας/του πατέρα του θύματος κι ο θύτης να είναι ταξικά/ιδεολογικά φίλος ή ταξικά/ιδεολογικά αντίπαλος. Στην πρώτη περίπτωση θα μπερδευτούν εσωτερικά (αν κι ο πόνος της Απώλειας ενός γιου, μιας κόρης, ενός γονιού, μιας αδερφής ή αδερφού είναι συντριπτικός). Στη δεύτερη θα εκδηλωθούν/φανερωθούν για άλλη μια φορά. Σε κάθε περίπτωση, όμως, θα καταλάβουν τη μάνα του Αξαρλιάν, που έχασε τη ζωή του επειδή κάποιος βιαζόταν να πάει διακοπές. Θα καταλάβει και τα παιδιά του Χρήστου, του αστυνομικού που έφαγε τη σφαίρα εξ επαφής κι άνανδρα στο κεφάλι.   

Αντί επιλόγου

Τη στιγμή που γράφονται αυτές οι αράδες, η υγεία του Κουφοντίνα βρίσκεται σε οριακό σημείο. Δεν επιθυμώ τον θάνατό του, όπως δεν επιθυμώ το θάνατο κανενός ανθρώπου. Το πρόβλημα, όμως, είναι ότι ενδεχόμενος θάνατός του πιθανόν θα προκαλέσει μεγάλης έκτασης επεισόδια και θα τον αγιοποιήσει στη μερίδα των ομόδοξών του. Είναι πιο δύσκολα απ’ όσο φαίνονται τα πράγματα, γιατί το θέμα έπρεπε να είχε λυθεί νωρίτερα. Τώρα αν υποχωρήσει η Δικαιοσύνη (είτε υπάρχουν παρανομίες από την πλευρά της είτε όχι), θα γίνει ήρωας ο αιτών κι οι υποστηρικτές του θα το θεωρήσουν καίρια νίκη, ενώ θα πληγωθεί το κοινό περί δικαίου αίσθημα της μεγάλης πλειοψηφίας. Αν η Δικαιοσύνη δεν υποχωρήσει (είτε υπάρχουν παρανομίες από την πλευρά της είτε όχι), ο αιτών πεθάνει και σημειωθούν ευρείας έκτασης επεισόδια, αυτά –αν και ίσως δε θα φτάσουμε σε νέα Δεκεμβριανά- θα αποτελέσουν εργαλείο στη φαρέτρα της κυβέρνησης, που θα αποκτήσει κύρος -αν αντιπαρατεθεί- στη σκέψη της μεγάλης πλειοψηφίας και θα αποπροσανατολίσει την Κοινή Γνώμη από τους ατυχείς τελευταίους χειρισμούς της στο θέμα της πανδημίας. Κανείς, όμως, δεν μπορεί να είναι σίγουρος για την έκταση των επεισοδίων και της οργής των υποστηρικτών.

Εφόσον, όμως, θέλουμε κάποια στιγμή να τελειώσει ο Εμφύλιος, οφείλει η Αριστερά να αποκηρύξει την τρομοκρατία, ακολουθώντας το παράδειγμα της Ιταλίας, η οποία ξεμπέρδεψε με την τρομοκρατία μετά τη δολοφονία του Άλντο Μόρο και την υπεύθυνη στάση της ιταλικής Αριστεράς. Με δεδομένο, φυσικά, ότι κι η δική μας Αριστερά επιθυμεί το τέλος του Εμφυλίου. Και θα φανεί πολύ σύντομα. Διαφορετικά, θα θρηνήσουμε εκατέρωθεν πολλές παράπλευρες απώλειες. Κι όλες, δυστυχώς, έχουν ονοματεπώνυμο, έχουν γονείς, έχουν παιδιά. Όλες οι παράπλευρες απώλειες, όμως, έχουν δικαίωμα να ζήσουν. Κι αυτό είναι αναφαίρετο. Και κριτής του ποιος θα ζήσει και ποιος θα πεθάνει δεν μπορεί να γίνει κανείς.

Ούτε καν η Δικαιοσύνη.

Ο Αθ. Κλέτσας (Σάκης για τους φίλους) είναι κλασσικός φιλόλογος με μεταπτυχιακές σπουδές στην Διοίκηση Εκπαιδευτικών Μονάδων και τη Φιλοσοφία της εκπαίδευσης. Κατάγεται από τις Σέρρες και ζει μόνιμα στη Ρόδο, όπου υπηρετεί πλέον ως Διευθυντής του Σχολείου Δεύτερης Ευκαιρίας. Μιλάει λίγο, γράφει πολύ.
SHARE