ΕΥΤΥΧΕΣ ΤΟ ΝΕΟΝ ΕΤΟΣ 1956

Το τραπέζι εκείνο το βράδυ της παραμονής δεν το μάζευαν, αλλά άφηναν ό, τι απέμεινε (τότε αποφάγια δεν υπήρχαν) για τους καλικάντζαρους, όσους, βέβαια, κατάφερναν και περνούσαν απ' την στάχτη που σκορπούσε γύρω απ' την είσοδο η νοικοκυρά, για να τους εμποδίσει.

Καλώς ήρθες, Άη Βασίλη...

Οι μεγάλοι συνήθως φυλάνε σ’ ένα σεντούκι βαθιά στην ψυχή τις δικές τους απώλειες. Κλειδωμένες, για να μην τις ενοχλεί κανείς στον νήδυμο ύπνο τους. Είχαν κι αυτοί κάποτε τους δικούς τους γονείς, παππούδες, γιαγιάδες, θείες και θείους, που από καιρό πια έχουν φύγει. Είχαν κι αυτοί τις δικές τους στιγμές ως παιδιά, που χωμένα σε κάποια μεγάλη αγκαλιά είχαν μόνη έγνοια το γλυκό που τους ετοίμαζαν οι γιαγιάδες, που έβαζαν μέσα εκτός απ’ τα υλικά, όλη τους την τέχνη και την αγάπη. Αυτές όλες τις στιγμές τις κλειδώνουν με περισσή φροντίδα, σα να θέλουν να τις ξεχάσουν, γιατί από κάποιο σημείο και μετά είναι επώδυνες.

Θυμούνται, όμως, πολλά άλλα μακρινά, λιγότερο επώδυνα. Θυμούνται ακόμα και την πιο ανεπαίσθητη χειρονομία ή τη ρυτίδα στα μάτια όσων τους μεγάλωσαν, τίμια απόδειξη των δυσκολιών στο πέρασμά τους απ’ αυτόν τον κόσμο. Θυμούνται τα υγρά και κρύα σπίτια που είχαν μόνο μια σόμπα στο ζεστό δωμάτιο, όπου μαζεύονταν όλοι, για να ζεσταθούν και να χαρούν ο ένας την παρουσία του άλλου. Θυμούνται την ανέχεια που στόλιζε μαζί με την ελπίδα εκείνο το φτωχικό χριστουγεννιάτικο δέντρο του σπιτιού τους, με τις λιγοστές ψεύτικες μπάλες και το βαμβάκι για χιόνι, που στα μάτια τους τότε φάνταζαν ως τα δώρα των Μάγων γύρω απ’ την Άγια Οικογένεια. Όπως ήταν κάθε -σχεδόν- οικογένεια εκείνα τα χρόνια, αν και πάντα υπήρχαν σε κάποιες απ’ αυτές παιδιά (χωρίς, βέβαια, κινητά και τάμπλετ), που προσπαθούσαν να μη σκέφτονται τη φτώχεια τους και τα χνώτα του πατέρα τους, που γυρνούσε μεθυσμένος (για να ξεχάσει κι αυτός όσα δεν μπορεί). Πάντα υπήρχε σε κάποια μια μάνα που έκλαιγε σιωπηλά, δίπλα απ’ τα -συνήθως πολλά- μωρά της, που έκλαιγαν δυνατά και απαιτητικά. Σε όλα, όμως, αυτά τα τίμια σπίτια μύριζε κυπαρισσόμηλο από «θηλυκά” κυπαρίσσια (όπως έλεγαν οι παλιές αυτά που είχαν ανοικτά τα κλαριά τους), σε όλα μια γιαγιά θα θυμιάτιζε την παραμονή της Πρωτοχρονιάς, ενώ ο άνδρας του σπιτιού θα έφερνε τα «μπερεκέτια” (σιτάρι, κριθάρι, καπνά, ό, τι τέλος πάντων καλλιεργούσε), για ν’ «αγιαστούν” δίπλα στο καντηλάκι και ν’ «αυγατίσουν”. Και στο τραπέζι πάντα θα υπήρχαν όσα φαγητά φύλαγαν για τη μέρα, λίγο κρέας, γλυκά και το Χριστόψωμο με το φλουρί για τον τυχερό της χρονιάς.

Το τραπέζι εκείνο το βράδυ της παραμονής δεν το μάζευαν, αλλά άφηναν ό, τι απέμεινε (τότε αποφάγια δεν υπήρχαν) για τους καλικάντζαρους, όσους, βέβαια, κατάφερναν και περνούσαν απ’ την στάχτη που σκορπούσε γύρω απ’ την είσοδο η νοικοκυρά, για να τους εμποδίσει. Φυσικά, τα παιδιά μέχρι να κοιμηθούν, επέστρεφαν κρυφά στο τραπέζι, για να μην αφήσουν τα γλυκίσματα, ειδικά εκείνα τα «χαμαλούδια” από καβουρδισμένο σουσάμι, κανέλα, καρύδια και σιρόπι, τυλιγμένα σε ψημένο φύλλο. Η πιο γλυκιά αιτία που έκανε τα παιδικά μάτια να λάμπουν από προσμονή, τουλάχιστον στα χωριά της κεντρικής Μακεδονίας, όταν δεν υπήρχε «Στάνη” ή «Παρφέ” και τα γλυκά ήταν σπάνια σαν το κρέας.

Φυσικά τότε δεν υπήρχαν περισσευούμενα, για να πεταχτούν στα σκουπίδια. Οι πιο τυχεροί που έσφαζαν γουρουνόπουλο, εκτός από το ότι κάθε εκατοστό κρέατος δεν πήγαινε χαμένο, εκμεταλλεύονταν ακόμα και την κύστη του ζώου, την οποία φούσκωναν και έφτιαχναν μπάλα ποδοσφαίρου, ένα ακόμα ευπρόσδεκτο δώρο για τ’ αγόρια. Όλα είχαν τη χρησιμότητά τους, όλα κάπου θα ήταν απαραίτητα, ακόμα κι αν δεν κατέληγαν σε κάποιο στομάχι.

Κι αφορμή για τα παραπάνω ένα παιδί με μια μπάλα από κύστη που ποζάρει ευτυχισμένο σ’ ένα γκρίζο γιορτινό φόντο. Από πίσω αναγράφεται μόνο η χρονιά: 1956. Η ευτυχία του δεν αναγράφεται, αλλά είναι τόσο εμφανής. Και αυτό είναι τα Χριστούγεννα, αυτό είναι οι γιορτές. Ένα συναίσθημα. Είναι εκείνη η λάμψη που διακρίνει κανείς στα μάτια των παιδιών σ’ εκείνες τις ασπρόμαυρες φωτογραφίες με τους τοίχους τους παλιούς, το χώμα, τα απλά φθαρμένα ρούχα, των οποίων η μόνη υπογραφή γνησιότητας ήταν τα μπαλώματα «αιωνιότητας» που είχαν όλα. Το ίδιο παντελονάκι, μέχρι να γίνει «βερμούδα», το ίδιο μπλουζάκι μέχρι να γίνει κοντομάνικο. Και το παιδί του 1956 με την μπάλα και τα παλιά ρούχα μόνο στα μάτια σού θυμίζει κάπως τον παππού του 2017.

Ας ρωτήσουμε, λοιπόν, τους μεγάλους που έχουμε την τύχη να είναι ακόμα δίπλα μας, για την προγιαγιά ή τη γιαγιά, που δε γνωρίσαμε. Για τις γιορτές που πέρασαν, αλλά δεν ξεχάστηκαν. Για το δώρο που τους έμεινε στην καρδιά. Θα μας ανοίξουν πολλές πόρτες σε συναισθήματα. Δεν ήταν πάντα γονείς…

ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΚΛΕΤΣΑΣ
Ο Αθ. Κλέτσας (Σάκης για τους φίλους) είναι κλασσικός φιλόλογος με μεταπτυχιακές σπουδές στην Διοίκηση Εκπαιδευτικών Μονάδων και τη Φιλοσοφία της εκπαίδευσης. Κατάγεται από τις Σέρρες και ζει μόνιμα στη Ρόδο, όπου υπηρετεί πλέον ως Διευθυντής του Σχολείου Δεύτερης Ευκαιρίας. Μιλάει λίγο, γράφει πολύ.
ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ