Σκέψεις πάνω στο De Profundis του Oscar Wilde

Ο Oscar Wilde γράφει στον Alfred Douglas από τη φυλακή του για τις δικαιολογίες. Δικαιολογίες για να ξεφύγεις από τους άλλους, αλλά πρωτίστως από τον ίδιο σου τον εαυτό: "Μόλις βρεις μια ψεύτικη δικαιολογία για τον εαυτό σου, θα βρεις και άλλες εκατό..."

To να γράφεις είναι ψυχοθεραπεία… Το να γράφεις με παραλήπτη κάποιον που σ’ έχει πονέσει, είναι άνοιγμα και άδειασμα ψυχής. Είναι η κάθαρση που αναζητά κανείς για να πετάξει από πάνω του, και περισσότερο από μέσα του, το σαράκι μιας σχέσης που διαλύθηκε προδίδοντας και τους δύο…

Αυτός που επιζητά την κάθαρση μέσω του γραπτού είναι εκείνος που φαίνεται ότι πόνεσε περισσότερο. Εκείνος που θέλει να πιστεύει ότι προδόθηκε όσο ποτέ κανένας άλλος. Εκείνος που μετέτρεψε την αγάπη του σε μίσος, αθέλητα. Εκείνος που αισθάνεται την πρότερη αγάπη του σαν το πάρισο του μίσους. Εκείνος που έπρεπε να μετατρέψει τον έρωτα στο αντίθετό του, ώστε να μπορέσει κάποτε ν’ απαλλαγεί από αυτόν φθάνοντας κάποτε στην απόλυτη κάθαρση, την αδιαφορία.

Γράψε λοιπόν, γράψε! Πες όσα δε σου άφησαν το περιθώριο να πεις. Όσα δεν άφησες εσύ ο ίδιος στον εαυτό σου το περιθώριο να πει. Όσα δε βρήκες τη δύναμη. Όσα δε θέλησες. Όσα φοβήθηκες. Για τον πόνο. Πόνος δικός σου και του άλλου.

Ο Oscar Wilde γράφει στον Alfred Douglas από τη φυλακή του για τις δικαιολογίες. Δικαιολογίες για να ξεφύγεις από τους άλλους, αλλά πρωτίστως από τον ίδιο σου τον εαυτό: “Μόλις βρεις μια ψεύτικη δικαιολογία για τον εαυτό σου, θα βρεις και άλλες εκατό…

Για ποιο λόγο;

Σε έναν έρωτα που ταλαιπωρεί και ταλαιπωρείται, γιατί κάποιοι συναντήθηκαν πολύ αργά ή πολύ νωρίς, οι δικαιολογίες είναι η “ανικανότητά μας να μείνουμε μόνοι…” Ελάχιστοι αντέχουν τη μοναξιά. Τη μοναξιά που προκαλεί ο αδύναμος στο δυνατό με το να δικαιολογεί και να δικαιολογείται. Και ελάχιστοι αντέχουν τη λύπη της μοναξιάς, όταν ο δυνατός κάνει τη λύπη του άλλου δική του λύπη, για να μπορέσει ο αδύναμος να την υπομείνει.

“Όμως οι θεοί είναι παράξενοι. Μας φέρνουν στην καταστροφή χρησιμοποιώντας ό,τι καλό, ευγενικό, ανθρωπιστικό και στοργικό υπάρχει μέσα μας”. Χρησιμοποιώντας την ίδια μας την αγάπη για να τη φθείρουν, να την κάψουν στην ίδια της τη φλόγα.

Γιατί γράφεις όμως; Ξέρεις πως ποτέ δε θα διαβαστεί από κανέναν άλλο παρά μόνο από σένα. Δε θα διαβαστεί από εκείνον… Τότε γιατί; Γιατί;;;

Διότι ξέρεις πως αυτό μπορεί να σε γιατρέψει. Ξέρεις ότι αυτό σε γιατρεύει. Σε απομακρύνει ανώδυνα από ό,τι σε πόνεσε… πολύ. Δε μισείς. Μόνο γράφεις, και γράφεις… και γράφεις… Δε θέλεις να μισείς, γιατί “το μίσος είναι, από πνευματική άποψη, η αιώνια άρνηση. Απ’ την άποψη των αισθημάτων είναι μια μορφή ατροφίας και σκοτώνει καθετί εκτός απ’ αυτό το ίδιο…”

Και γράφεις συνειδητοποιώντας την ίδια ακριβώς στιγμή πως ο άλλος δεν άξιζε ούτε για μια στιγμή τους χτύπους της καρδιάς σου. “Νομίζουμε πως μπορούμε να ’χουμε τα αισθήματά μας δωρεάν. Πλάνη. Ακόμα και τα ευγενέστερα και πιο ανιδιοτελή αισθήματα πρέπει να πληρώνονται. Μα η αγάπη δεν παζαρεύεται στην αγορά. Σκοπός της είναι ν’ αγαπάει”.

Και γράφεις… όχι πια για να γεμίσεις με πόνο την καρδιά του άλλου, αλλά για να τον ξεριζώσεις απ’ τη δική σου. Είμαστε κλόουν με ραγισμένες καρδιές.

Όμως… “Ακόμα και οι Θεοί δεν μπορούν να μεταβάλουν το παρελθόν. Το τελικό μυστήριο είναι ο εαυτός σου”.

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ