BARCODE

Όταν αφήνεις καλό μπουρμπουάρ, τότε γίνεσαι φίλος του μπάρμαν. Κι όταν είσαι φίλος του μπάρμαν, μαθαίνεις -συνήθως χωρίς να το θες- πολλές ιστορίες πολλών ανθρώπων. Και κάπως έτσι έγινε ένα σχετικά ζεστό φθινοπωρινό βράδυ, όπως είναι όλα τα βράδια του Οκτώβρη στη Ρόδο, όπου τα απόνερα του καλοκαιριού πλημμυρίζουν τις αισθήσεις κάθε φορά που θα αντιμετωπίσεις τη νύχτα στην παλιά πόλη της. Σ’ ένα μπαρ, δίπλα σε ελληνιστικά απομεινάρια, τα ίδια εδώ και εκατοντάδες χρόνια, απομεινάρια που αναδύουν, αν τα προσέξεις, την αύρα της Ρόδου από την εποχή του Διαγόρα, του Δημήτριου του Πολιορκητή, αλλά και του «ανώνυμου» Ρόδιου, που περπάτησε σ’ αυτόν τον ευλογημένο τόπο την εποχή του Κολοσσού, τον ίδιο τόπο που πατάς και συ σήμερα.
Αφού μύρισα το γιασεμί στην έξοδο, μπήκα μέσα σ’ αυτό το άντρο της νυκτερινής διασκέδασης, εδώ όπου λατρεύεται σα θεός ο κάθε Αργυρός και ο κάθε Παντελίδης. Μπήκα για να πω ένα γεια στο φίλο μου τον μπάρμαν, να πούμε δυο νέα και να γυρίσω νωρίς σπίτι. Και φυσικά αυτό δε συνέβη ποτέ. Έμεινα ως το κλείσιμο. Άτιμε Μέρφυ..!!!!
Ο φίλος μου είχε κέφια και καθώς περνούσε η ώρα, οι αποκαλύψεις για πρόσωπα και πράγματα ήταν ολοένα και πιο «πικάντικες».
-Την βλέπεις αυτήν την «θεία» εκεί;, με ρωτά σε ανύποπτο χρόνο ο φίλος μπάρμαν.
-«Ναι», απάντησα, «την έχω δει με την κόρη της αρκετές φορές το τελευταίο διάστημα στο μαγαζί».
-«Ποια κόρη της; Ερωμένη της ήταν», ρώτησε κι απάντησε με ύφος κατασκόπου από φιλμ νουάρ. «Η πιτσιρίκα, όμως, την παράτησε κι έφυγε με μια σαραντάρα, που γνώρισε εδώ με κατεύθυνση τη Μύκονο. Κάθε βράδυ την έχω εδώ να κλαίει και να πίνει. Και να μου λέει συνέχεια: θα ξανάρθει.»
Και κάπως έτσι έμαθα και για τον μοναχικό τύπο στην άλλη άκρη του μπαρ. Κλασικός πότης. Δε μιλάει, δεν κοιτάει κανέναν, δε δημιουργεί προβλήματα. Δε μεθάει ποτέ, αν και πίνει πολύ, δε θα ρίξει ούτε ματιά στην πανέμορφη γυναίκα που θα κάτσει τυχαία κοντά του. Κι ο φίλος μου ξέρει πότε να του βάλει ένα ακόμα ποτό. Το οποίο θα πιει αργά, αλλά σταθερά. Χωρίς να δείξει απόλαυση, χωρίς «λαιμαργία». Σχεδόν δεν ακούει τη μουσική. Χαμένος στις σκέψεις του. Με το επίπεδο εκείνο της ψυχικής ωριμότητας που απαιτείται, για να είσαι μοναχικός λύκος, χωρίς να «κατασπαράζεις».
Κι αφού έβαλε δυο ποτά στον σερβιτόρο, ο φίλος μου άρχισε να μου λέει για τον τυπάκο παραδίπλα, που χώρισε από έναν μεγάλο «έρωτα» και πίνει με τα φιλαράκια του. «Δεν ήταν η ώρα τους», σκέφτηκα για τους περιστασιακούς συνοδοιπόρους, που πορεύθηκαν για λίγο σε κοινή πορεία, αλλά οι ράγες τους πια χώρισαν. Θα κουβαλούν πάντα λίγο ο ένας τον άλλο, αλλά οι ορμές του κορμιού τους θα συντονίζονται σε άλλη συχνότητα. Και κει που σκέφτομαι ότι δε θέλω να μάθω άλλα, ακούω ένα απ’ τα «δύσκολα» τραγούδια που έχω στο αυτοκίνητο για κάποιες βόλτες με βροχή χωρίς προορισμό. Ο τύπος (Serge Reggiani) θυμίζει στη φάτσα καρικατούρα του Μπένυ Χιλλ, αλλά αν ανοίξει το στόμα του…
Δεν πίστευα ότι θα το άκουγα σε τέτοιο μπαρ. Κοίταξα τον ντι τζέυ. Respect. Mετά το «ξημερώματα» και τα όσα δικαώματα έδωσε με τις λαϊκομπαρόκ επιλογές του, έβαλε το «La Chanson de Paul»..(Έκλειναν… Ήταν η ώρα να του δίνουμε). Με τραγούδια σαν κι αυτό «χτίζεις» τον μοναχικό λύκο, που ίσως δε θες να γίνεις.
Λίγα λεπτά αργότερα ξαναμύρισα το γιασεμί, ξανασκέφτηκα τον Δημήτριο τον Πολιορκητή και την ιστορία του νησιού και αγόρασα ένα κομμάτι πίτσα τιμώντας το έθιμο του σωστού ξενύχτη. Αναστοχάστηκα περπατώντας προς το αυτοκίνητο τα όσα «συνταρακτικά» έμαθα σήμερα, έριξα μια ματιά σε κάτι άλλα απομεινάρια του καιρού των Ιπποτών και πήγα στα 195 άλογά μου, τα οποία με πήγαν με ασφάλεια σπίτι. Ήδη ξημέρωνε μια νέα μέρα.

Προηγούμενο άρθροΑΝΕΧΟΥ ΚΑΙ ΑΠΕΧΟΥ
Επόμενο άρθροΓΡΑΜΜΑ ΣΤΟΝ ΘΑΝΟ
ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΚΛΕΤΣΑΣ

Ο Αθ. Κλέτσας (Σάκης για τους φίλους) είναι κλασσικός φιλόλογος με μεταπτυχιακές σπουδές στην Διοίκηση Εκπαιδευτικών Μονάδων και τη Φιλοσοφία της εκπαίδευσης. Κατάγεται από τις Σέρρες και ζει μόνιμα στη Ρόδο, όπου υπηρετεί πλέον ως Διευθυντής του Σχολείου Δεύτερης Ευκαιρίας. Μιλάει λίγο, γράφει πολύ.

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ