200 ΚΟΜΜΑΤΑ, 20 ΣΥΜΜΕΤΟΧΕΣ, 2 ΕΠΙΛΟΓΕΣ

Η άσκηση είναι ίσως πιο δύσκολη από ποτέ. Κατά τη γνώμη μου, αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι, από τη μια πλευρά ο Κυριάκος Μητσοτάκης, είτε συμφωνεί κανείς μαζί του είτε όχι, έχει εκφράσει σαφείς και συνεπείς με την προσωπική του ιστορία θέσεις, ενώ από την άλλη υπάρχει μια πασιφανής ασάφεια, στην καλύτερη περίπτωση, έως και έκφραση αστείων θέσεων και επιχειρημάτων, στη χειρότερη.

ΕΚΛΟΓΕΣ Ιουλίου 2019: 200 κόμματα, 20 συμμετοχές, 2 επιλογές

Σύμφωνα με τη Wikipedia, στην Ελλάδα υπάρχουν σήμερα περισσότερα από διακόσια (200) κόμματα, τα περισσότερα εκ των οποίων ιδρύθηκαν μετά την έναρξη της οικονομικής κρίσης. Βέβαια, το ορθό θα ήταν να αναφερθούμε στα στοιχεία του Αρείου Πάγου για το πόσα κόμματα έχουν νομίμως ιδρυθεί και αναγνωριστεί, ωστόσο τέτοια στοιχεία δεν υπάρχουν αναρτημένα στην ιστοσελίδα του. Έτσι, θα δεχθούμε ότι τα κόμματα είναι όσα γράφει η Wikipedia. Από αυτά, στις βουλευτικές Εκλογές της 7ης Ιουλίου 2019 συμμετέχει το 10%, δηλαδή ακριβώς είκοσι (20) κόμματα.

Κι όμως, με βάση τα πρόσφατα στοιχεία των δημοσκοπήσεων, για όποιον δεν έχει αποφασίσει τι θα ψηφίσει οι επιλογές είναι μόνο δυο αν το κριτήριο είναι τι είδους Κυβέρνηση θα προκύψει από τις εκλογές, δεδομένης και της διαφαινόμενης εκλογικής συντριβής του ΣΥΡΙΖΑ που με κανένα σενάριο δε φαίνεται να μπορεί να φέρει σε πέρας ενδεχόμενη διερευνητική εντολή. Ας δούμε, λοιπόν, όσο πιο αντικειμενικά μπορούμε, ποιες είναι οι δυο αυτές επιλογές και τι επιπτώσεις θα έχουν στα σημαντικότερα ζητήματα της χώρας.

Η πρώτη και προφανέστερη επιλογή είναι η ενίσχυση του 1ου κόμματος, κάτι που μπορεί να γίνει με τρεις τρόπους: είτε διά της ψήφου στη ΝΔ, είτε ψηφίζοντας τα κόμματα που δεν αναμένεται να μπουν στη Βουλή, είτε διά της αποχής. Και οι τρεις αυτές περιπτώσεις ενισχύουν κατά το μείζον ή έλασσον την αυτοδυναμία – ευθέως η πρώτη, μαθηματικά οι άλλες δυο. Η αυτοδυναμία της ΝΔ, ιδίως αν είναι ευρεία, θα σημάνει αυτομάτως κυβερνητική σταθερότητα για έναν ικανό χρονικό ορίζοντα, γεγονός ιδιαίτερα σημαντικό σε μια σειρά από τομείς παραγωγής κυβερνητικού έργου. Ας μην υποτιμούμε, εξάλλου, και την ανάγκη σχεδόν του συνόλου της Ελληνικής Κοινωνίας για επιστροφή στην κανονικότητα, μετά από 10 χρόνια οικονομικής κρίσης και τον ολετήρα της υπερτετραετούς διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ. Επιπλέον, η κυβερνητική σταθερότητα είναι ιδιαίτερα κρίσιμη και για τα Ελληνοτουρκικά: σε περιόδους εξαιρετικά υψηλής έντασης, όπως αυτή που διανύουμε, η ενδεχόμενη κυβερνητική αστάθεια θα αποτελούσε πολύ σημαντικό μειονέκτημα.

Ωστόσο, αν πάμε στο άλλο εθνικό ζήτημα, το ζήτημα των Σκοπίων, είναι βέβαιο ότι, αν η ΝΔ είναι αυτοδύναμη και ο Κυριάκος Μητσοτάκης πορευθεί όπως έχει προαναγγείλει, και μάλιστα επανειλημμένα, η θητεία του θα σημάνει οριστικά το τέλος των όποιων δυνατοτήτων για ανατροπή της επαίσχυντης Συμφωνίας των Πρεσπών. Επιπλέον, είναι εξίσου βέβαιο, βάσει τουλάχιστον των εκπεφρασμένων θέσεων της ΝΔ, και ότι θα κλείσει η Συνταγματική Αναθεώρηση χωρίς στην ουσία να αλλάξει τίποτα προς την κατεύθυνση εκδημοκρατισμού του Πολιτεύματος: ο Κυριάκος Μητσοτάκης θεωρεί την πρόταση για τα δημοψηφίσματα όχι απλώς μη αναγκαία αλλά «κουτοπόνηρη κομματική μεθόδευση», θέλοντας ουσιαστικά τη διατήρηση του σημερινού καθεστώτος της λευκής επιταγής στις κυβερνητικές πλειοψηφίες η οποία «απειλείται» από τα ανακλητικά δημοψηφίσματα πολιτών – και όχι μόνο. Ας μην ξεχνάμε, τέλος, και τον εκλογικό νόμο και το πόσο πιο ισχυρό είναι το ενδεχόμενο να επανέλθει η ενισχυμένη αναλογική εφόσον η ΝΔ είναι αυτοδύναμη.

Η δεύτερη επιλογή είναι η επιλογή ρυθμιστή, δηλαδή η ψήφος σε ένα από τα κόμματα που μπορούν να συμμετάσχουν στο σχηματισμό κυβέρνησης συνεργασίας, ή έστω να δώσουν ψήφο ανοχής σε κυβέρνηση της ΝΔ. Εκ των πραγμάτων ο κύριος υποψήφιος για τον ρόλο αυτόν είναι το ΚΙΝΑΛ, ενώ δε θα έπρεπε να θεωρείται εντελώς απίθανη μια τέτοια συνεργασία με το ΜέΡΑ 25 του Βαρουφάκη, ή ακόμη και την Ελληνική Λύση του Βελλόπουλου. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης προσπαθεί να «εκβιάσει» τους ψηφοφόρους, ώστε να μη βρεθεί σε τέτοια θέση, μιλώντας για εκλογές το δεκαπενταύγουστο και μετέπειτα συγκυβέρνηση με τον ΣΥΡΙΖΑ, αυτό όμως δε σημαίνει και ότι αν βρεθεί στην ανάγκη δε θα αναγκαστεί να εξετάσει το ενδεχόμενο να συγκυβερνήσει με κάποιον από τους υπολοίπους – ας σκεφτούμε μόνο τι έχει να χάσει στη μια ή στην άλλη περίπτωση. Η χώρα έζησε στην πρόσφατη ιστορία της τρεις περιπτώσεις κυβερνήσεων συνεργασίας: την Κυβέρνηση Παπαδήμου το 2011 (ΠΑΣΟΚ, ΝΔ, ΛΑΟΣ), την Κυβέρνηση Σαμαρά το 2012 (ΝΔ, ΠΑΣΟΚ, ΔΗΜΑΡ) και την Κυβέρνηση Τσίπρα το 2015 (ΣΥΡΙΖΑ, ΑΝΕΛ). Τα αποτελέσματα είναι σε όλους γνωστά.

Για να μπορέσει κανείς να αξιολογήσει το ενδεχόμενο ανάθεσης της διακυβέρνησης σε «ρυθμιστή» θα πρέπει πρώτα να κάνει σύγκριση μεταξύ των δυο επιλογών (αυτοδυναμία ή συγκυβέρνηση με «ρυθμιστή»), που με τη σειρά του σημαίνει ότι θα πρέπει να θέσουμε ως μέτρο το ίδιο διακύβευμα με την περίπτωση αυτοδυναμίας της ΝΔ: τη δυνατότητα παραγωγής κυβερνητικού έργου, το πρόβλημα που λέγεται Τουρκία, το ενδεχόμενο ανατροπής της συμφωνίας των Πρεσπών και τον εκδημοκρατισμό του πολιτεύματος μέσω της συνταγματικής αναθεώρησης. Εκεί θα πρέπει ο καθένας να σταθμίσει τις θέσεις των τριών «υποψηφίων» (εντός ή εκτός εισαγωγικών) για το ρόλο του «ρυθμιστή» (Γεννηματά, Βαρουφάκης, Βελλόπουλος), τι θέσεις έχει εκφράσει για το καθένα από αυτά τα ζητήματα, πόσο πιθανό είναι να μείνει συνεπής σε αυτές τις θέσεις και ποια ιεράρχηση κάνει ο κρίνων μεταξύ των εν λόγω ζητημάτων.

Συμπερασματικά, η άσκηση είναι ίσως πιο δύσκολη από ποτέ. Κατά τη γνώμη μου, αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι, από τη μια πλευρά ο Κυριάκος Μητσοτάκης, είτε συμφωνεί κανείς μαζί του είτε όχι, έχει εκφράσει σαφείς και συνεπείς με την προσωπική του ιστορία θέσεις, ενώ από την άλλη υπάρχει μια πασιφανής ασάφεια, στην καλύτερη περίπτωση, έως και έκφραση αστείων θέσεων και επιχειρημάτων, στη χειρότερη. Το μόνο βέβαιο είναι πως, με αυτά τα δεδομένα, δεν υπάρχει προφανής απάντηση στο ερώτημα «τι είναι καλύτερο».

Εν τέλει, θα πρέπει για άλλη μια φορά να αποφασίσουμε όχι με μέτρο το βέλτιστο, αλλά το μη χείρον…

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΠΑΡΙΣΣΗΣ
Δικηγόρος και Οικονομολόγος. Οι πολιτικές του απόψεις συνοψίζονται στη φράση "ελεύθερη αγορά με κρατική εποπτεία χάριν της Κοινωνικής Δικαιοσύνης" αλλά, όπως λέει, δεν εκπροσωπούνται πλέον στη Βουλή. Γράφει μόνο για ό,τι ξέρει.
ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ