Ω ΓΛΥΚΥ ΜΟΥ ΕΑΡ…

Γλυκύτατό μου τέκνο...

Ήταν Μ. Δευτέρα κι η κυρα-Μαρία ετοιμαζόταν να πάει στην εκκλησιά για την ακολουθία του Νυμφίου. Είχε αρχίσει να ψιχαλίζει κι ο ουρανός σκοτείνιασε αρκετά. «Μάνα, βρέχει. Θα πάω να πάρω με το αμάξι την Ελπίδα, για να μην περπατάει μέσα στη βροχή», είπε ο γιος της και τη χάιδεψε στον ώμο, σα να ‘θελε την άδειά της γι αυτό. «Να προσέχεις, αγόρι μου, άρχισε να βρέχει», του είπε κι άνοιξε μηχανικά την εξώπορτα. «Κώστα, φεύγω», είπε και στον άνδρα της κι έκλεισε την πόρτα κάπως βιαστικά, γιατί «η εκκλησία έχει ήδη αρχίσει».

Με το «δι’ ευχών» η κυρα-Μαρία έτρεξε πίσω στο σπίτι της. Κάτι την έτρωγε. Ήταν πολύ μουντός ο βραδινός ανοιξιάτικος ουρανός κι αυτή η ξαφνική βροχή σαν να την ενοχλούσε. Με το που άνοιξε την πόρτα του σπιτιού, είδε τον κυρ-Κώστα να μιλά στο τηλέφωνο. «Ναι, ερχόμαστε αμέσως», είπε βιαστικά και τρομαγμένα κι έκλεισε το τηλέφωνο. «Τι έγινε;», τον ρώτησε γεμάτη ένταση. «Μαρία, ο Μανώλης… χτύπησε με το αμάξι… τον έχουν στο νοσοκομείο», της είπε με προσποιητή σταθερότητα, χωρίς να της φανερώσει τίποτα άλλο απ’ όσα άκουσε στο τηλέφωνο.

«Το παιδί μου..!!!», φώναξε η κυρα-Μαρία. «Το παιδί μου..!!! Είναι καλά;» ξαναρώτησε κι η καρδιά της πάγωσε απ’ τον πόνο. «Θα στα πω, πάμε..!», απάντησε δωρικά ο κυρ-Κώστας, προσπαθώντας να κρατήσει την ψυχραιμία του. Το ταξί τούς έφερε στην πόρτα του νοσοκομείου και τα λεπτά, μέχρι να μάθουν ότι ο γιος τους χειρουργείται, φάνηκαν ατελείωτα. Ο κυρ-Κώστας δεν άφησε τη γυναίκα του να μάθει για τα πολλαπλά κατάγματα και τις βαριές κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις. Ούτε για τον μεθυσμένο οδηγό που το ούζο κι η βροχή έσπρωξαν το φορτηγό του στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, ακριβώς πάνω στην πόρτα του γιου τους, σαν να τον είχε βάλει σημάδι.

Κι οι ώρες μέχρι να βγει απ’ το χειρουργείο περνούσαν αργά. Όπως κι οι επόμενες μέρες, αυτές οι άγιες, οι ανοιξιάτικες μέρες της Μεγάλης Εβδομάδας των Παθών του Κυρίου. Κι η κυρα-Μαρία διαρκώς εκεί. Στην Εντατική, μιλώντας συνεχώς σ’ ό,τι απέμεινε απ’ το γιο της, χωρίς να παίρνει απόκριση, χωρίς να ακούει το παραμικρό, αλλά ελπίζοντας συνεχώς και προσευχόμενη στην Παναγία για το θαύμα. «Μάνα είσαι κι εσύ, με καταλαβαίνεις», έλεγε συνεχώς, χωρίς να νιώθει τα δάκρυα που έτρεχαν στα χέρια της και στην εικόνα του Χριστού που κρατούσε. «Κάνε το θαύμα σου κι από μένα….»

Η μόνη έξοδος απ’ το νοσοκομείο για την κυρα-Μαρία ήταν στο παρεκκλήσι που υπήρχε στο ισόγειο. Κάθε μέρα, σε κάθε ακολουθία. Ήλπιζε και προσευχόταν εκεί για το γιο της, για να γειάνει. Την Μ. Παρασκευή, όμως, η κατάσταση του γιου τους επιδεινώθηκε. Και την ώρα που η γυναίκα ήταν στο εκκλησάκι, οι γιατροί ενημέρωναν τον κυρ-Κώστα να περιμένει το μοιραίο. Ότι θα χρειαστεί να τον μετακινήσουν απ’ την Εντατική, γιατί δεν είχε πλέον νόημα η παραμονή του εκεί. «Όχι, σας εξορκίζω…!!!! Αφήστε τον λίγο ακόμα…!!! Πόσα θέλετε;», έλεγε και ξανάλεγε αλαφιασμένος ο κυρ-Κώστας, προσπαθώντας να πείσει τους γιατρούς να τον αφήσουν εκεί για λίγο ακόμα, για το θαύμα. Και τα δάκρυά του έσταζαν πικρά, έσταξαν και στην καρδιά των γιατρών κι αυτοί επέτρεψαν την παραμονή του για λίγο ακόμα. Για πολύ λίγο ακόμα.

Το Μ. Σάββατο η κυρα-Μαρία ένιωθε καλύτερα. Κάτι μέσα της φώτιζε έντονα, σαν να ήταν η ψυχή της σε αναμονή για κάτι καλό. Κάτι πολύ καλό. Το βράδυ πήγε στο εκκλησάκι του νοσοκομείου μόνο για ν’ ανάψει τη λαμπάδα και ν’ ακούσει το «Χριστός Ανέστη». Δεν πρόλαβε να το ακούσει καλά-καλά και κάτι της έλεγε να γυρίσει γρήγορα στην Εντατική. Με φτερά στα πόδια έτρεξε πάνω. Άνοιξε με προσμονή την πόρτα. Και πριν προλάβει να πει κάτι ο άνδρας της, είδε το γιο της με ανοιχτά μάτια να μιλά σιγά και να χαμογελά. «Αγόρι μου, έγινες καλά, είσαι καλά!!!», φώναξε ξεσπώντας σε δάκρυα κι έπιασε το χέρι του. «Ναι μάνα, είμαι καλά, μη στενοχωριέσαι για μένα», της απάντησε κοιτώντας την με ηρεμία και με μια δύναμη εσωτερική. «Μην ανησυχείς για μένα!!» της ξανάπε, κρατώντας το χέρι της γλυκά. «Είσαι καλά, αγόρι μου!!! Είσαι καλά!! Το ‘ξερα ότι η Παναγία δε θα σ’ άφηνε..!! Το ‘ξερα. Κι όλα θα γίνουν… θα παντρευτείτε με την Ελπίδα και το κοριτσάκι, όταν έρθει, θα το πούμε Μαρία, σαν την Παναγιά..!!! Που ήταν πάντα μαζί σου..!!!». «Πάντα μαζί μου είναι η Παναγιά, μάνα…!! Πάντα μαζί μου!! Μην ανησυχείς για μένα!!! Είμαι καλά…!!!»

«Μαρία, ξύπνα..!!! Μαρία!!!, είπε ο κυρ-Κώστας και σκούντηξε ελαφρά τη γυναίκα του. «Θα πάμε φέτος στην Ανάσταση;», τη ρώτησε. «Δεν έγινε η Ανάσταση;», του είπε ζαλισμένη. «Όχι, ακόμα είναι εντεκάμισι… γιατί έκλαιγες;»

(Για κάθε κυρα-«Μαρία» που δε θα κάνει Ανάσταση ούτε φέτος…)

ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΚΛΕΤΣΑΣ
Ο Αθ. Κλέτσας (Σάκης για τους φίλους) είναι κλασσικός φιλόλογος με μεταπτυχιακές σπουδές στην Διοίκηση Εκπαιδευτικών Μονάδων και τη Φιλοσοφία της εκπαίδευσης. Κατάγεται από τις Σέρρες και ζει μόνιμα στη Ρόδο, όπου υπηρετεί πλέον ως Διευθυντής του Σχολείου Δεύτερης Ευκαιρίας. Μιλάει λίγο, γράφει πολύ.
ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ