Του Έρωτα και του Θανάτου

Μαζί ως το τέλος...

Όταν ακούω για μεγάλους έρωτες κι αγάπες που άντεξαν στο χρόνο, σκέφτομαι δύο ηλικιωμένους, τους πιο νέους ηλικιωμένους που έχω δει ποτέ. Εκείνη αποπνέει Αρσάκειο και κομψότητα, πάντα με ένα ταγιέρ λίγο παλιομοδίτικο -αλλά κλασικό και σικάτο- και παπούτσια που θυμίζουν εκείνα του χορού. Μόνη πολυτέλεια επάνω της κάτι ασημένια σκουλαρίκια και ένα κολιέ με μαργαριτάρια, ίσως απ’ το γάμο της. Εκείνος, ευθυτενής, επίσης αρχοντικός, ντυνόταν όσο μπορούσε πιο ωραία, για να ταιριάξει το γιλέκο του με το ταγιέρ της συμβίας του. Σκέτος ευπατρίδης, το κουβαλούσε αυτό, όπως και την αρρενωπότητα, απ’ τα νιάτα του.

Τις Κυριακές, όταν είχε καλό καιρό, καθόντουσαν πάντα σ’ ένα παγκάκι, σ’ ένα πάρκο, απέναντι απ’ την πολυκατοικία μας. Πολλές φορές δεν έλεγαν τίποτα, αλλά εκείνη η σιωπή δεν ήταν η αμήχανη, που έπρεπε να σπάσει από υποχρέωση. Τα μάτια τους στραφτάλιζαν, ο νους τους χόρευε σχεδόν τηλεπαθητικά, η κατανόηση των σκέψεων ήταν πλήρης κι ολοκληρωτική, δε χρειαζόταν πάνω από ένα βλέμμα κι ένα χαμόγελο, που υποδήλωνε απόλαυση της στιγμής, της αύρας του άλλου, αλλά και του ήλιου, που τον ζητούσαν ακόρεστα κι οι δυο.

Δεν ξέρω αν παντρεύτηκαν από συνοικέσιο ή από έρωτα. Πάντως, η ρουτίνα της καθημερινότητας φαίνεται ότι τους έδενε όλο και πιο πολύ. Μαζί στο πάρκο, μαζί στο φούρνο, μαζί σ’ όλα εκείνα τα μικρά, τα καθημερινότερα των καθημερινών, που λέει κι ο ποιητής. Και παρόλα αυτά, κρατούσαν αχόρταγα τα χέρια ο ένας του άλλου. Αχόρταγα κι απλά, εκεί στη μέση του δρόμου, στην πλατεία, στο πάρκο, στο παγκάκι. Και πώς να μην κρατάς αυτά τα δάκτυλά…!! Ήταν πανέμορφα, ήταν δάκτυλα όμορφης γυναίκας, δάκτυλα μάνας, εύθραυστα, αέρινα, με πολλές μικρές φλέβες, που αυτός λάτρευε να χαϊδεύει και να τα σφίγγει στοργικά στη μεγάλη του παλάμη.

Στις φετινές διακοπές του Πάσχα την είδα να περπατάει μόνη της. Έμαθα λίγες μέρες μετά ότι ο άνδρας της ζωής της έφυγε ένα μήνα πριν απ’ την κακιά αρρώστια, στην επιθετική της μορφή. Κοντοστάθηκε για λίγο μπροστά απ’ το παγκάκι, βλέποντας σχεδόν αδιάκριτα ένα ζευγαράκι νεαρών ν’ αγκαλιάζεται τρυφερά, χωρίς να μιλά, με τα φλύαρα μάτια τους να προδίδουν όσα νιώθουν κι όσα προηγήθηκαν. Στιγμές μετά, άκουσε το γέλιο του νεαρού, άκουσε και το γέλιο του δικού της νεαρού, πολλά χρόνια πριν, ίσως και να έφταιγε ο καταρράκτης, που νόμισε πως τον είδε. Κι όταν η ανάμνηση έγινε πόνος από μαχαίρι, απομακρύνθηκε, πριν κλάψει μπροστά στα νιάτα. Ήθελε μόνη της να θυμηθεί μια χειρονομία του, ήθελε να θυμηθεί ένα πρωινό Κυριακής που έπιναν καφέ, ήθελε με αξιοπρέπεια να μετρήσει τις πληγές της, να τη νανουρίσει η αύρα του…

Τις προάλλες πήγα πάλι στα μέρη μου, για ένα θλιβερό καθήκον, απ’ αυτά που σου επιβάλλει, χωρίς να σε ρωτήσει, η ζωή. Το παγκάκι το έβλεπα, πλέον, πάντα άδειο. Και κάποια στιγμή έμαθα ότι κι αυτή έφυγε. “Πάει η κυρα-Χριστίνα”, άκουσα από γείτονα, σε αδιάφορα συμπονετικό τόνο. Δεν άντεξε πολύ, τον ακολούθησε, πήγε να τον βρει. Στο επέκεινα, βέβαια, δεν πολυπιστεύω. Ούτε ότι πάμε κάπου αλλού. Αν υπάρχει, όμως, κι αν πάμε τελικά κάπου, “ένθ’ απέδρα πάσα λύπη”, αυτοί είναι, σίγουρα, μαζί και χορεύουν. Γιατί, όπως έμαθα, στα νιάτα της ήταν εξαιρετική χορεύτρια, όπως κι αυτός. Τ’ άφησε, όμως, όλα, για να πιάνει το χέρι του και να μεγαλώσει τα παιδιά του.

Κι ακόμα θα του κρατάει το χέρι…

ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΚΛΕΤΣΑΣ
Ο Αθ. Κλέτσας (Σάκης για τους φίλους) είναι κλασσικός φιλόλογος με μεταπτυχιακές σπουδές στην Διοίκηση Εκπαιδευτικών Μονάδων και τη Φιλοσοφία της εκπαίδευσης. Κατάγεται από τις Σέρρες και ζει μόνιμα στη Ρόδο, όπου υπηρετεί πλέον ως Διευθυντής του Σχολείου Δεύτερης Ευκαιρίας. Μιλάει λίγο, γράφει πολύ.
ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ