Στης Φλάνδρας τους αγρούς

Ο Μεγάλος Πόλεμος

Λίγες μέρες πριν, στις 11/11, ήταν η επέτειος απ’ τη λήξη του Α’ παγκοσμίου πολέμου, του «Μεγάλου» πολέμου, όπως τον έλεγαν τότε, γιατί δεν γνώριζαν φυσικά τον Β’. Ήταν ο πρώτος πόλεμος που διεξήχθη σε μαζική κλίμακα και πήραν μέρος χώρες απ’ όλον τον πλανήτη.  Σκέφτηκα, λοιπόν, να δούμε δυο πράγματα γι αυτήν την τόσο μαύρη ιστορία του Ανθρώπου, μια ιστορία που όταν έγινε ταμείο, μέτρησε περίπου 10 εκατομμύρια νεκρούς, ενώ οι τραυματίες, οι ακρωτηριασμένοι και οι αγνοούμενοι…. καλύτερα να μην αναφέρουμε τον αριθμό.

Κι ας πάρουμε τα πράγματα απ’ την αρχή τους. Και η αρχή του Α’ παγκόσμιου δεν είναι στα 1914, όπως λένε τα βιβλία της ιστορίας, αλλά λίγο πριν, τον 19ο αι., τότε που η Βιομηχανική επανάσταση ήταν στα φόρτε της και ο άνθρωπος από το κάρο βρέθηκε να οδηγά αυτοκίνητο. Τότε οι μάτσο του πλανήτη, οι δυνατοί δεν ήταν οι Αμερικάνοι, όπως σήμερα, αλλά οι Ευρωπαίοι. Και όχι φυσικά όλοι. Οι μεγάλοι απ’ αυτούς: Άγγλοι, Γάλλοι, Γερμανοί κλπ. Και οι Ρωσία ήταν ανάμεσα στους μεγάλες δυνάμεις, κυρίως λόγω όγκου, αλλά ο πληθυσμός της παρέμενε πάμφτωχος. Ο Τσάρος, βέβαια, Νικόλαος Β’ και η οικογένειά του ζούσαν πλουσιοπάροχα, όπως γίνεται σχεδόν πάντα με αυτούς που είναι στην εξουσία είτε είναι αριστεροί είτε όχι.

Αυτοί, λοιπόν, οι μεγάλοι της εποχής (είμαστε -να θυμίσουμε- στον 19ο αι.) δημιούργησαν μηχανές, για να κάνουν τη δουλειά τους χωρίς ανθρώπους. Όμως, κάποια στιγμή, για να δουλεύουν όλα όσα έφτιαξαν, χρειαζόταν καύσιμο, πρώτες ύλες γενικότερα. Και αφού τελείωσε ο καθένας τις δικές του, άρχισε να ψάχνει απ’ αλλού. Αλλά για να ‘χει κέρδος, θα πρέπει να βρει πρώτες ύλες χωρίς να πληρώσει. Διαφορετικά δεν είχε νόημα. Άρα, στην ουσία έπρεπε να τις αρπάξει… να τις κλέψει…

Ήταν όπως σε μια γειτονιά. Ήθελε ο καθένας να ζεστάνει το σπίτι του και να το κάνει με κέρδος. Έτσι, σκέφτηκαν ότι όσα χρειάζονταν, έπρεπε να τα κλέψουν… Κι όχι απ’ τους άλλους τους δυνατούς, αλλά από κει που τους «έπαιρνε» να το κάνουν. Τους αδύνατους γείτονες και γενικά αυτούς που δεν μπορούσαν να αντισταθούν. Κυρίως εκεί στις πάμφτωχες, αλλά ταυτόχρονα τόσο πλούσιες σε πρώτες ύλες, χώρες της Αφρικής. Και όπως λέει στην ελληνική ταινία, φάγανε, φάγανε και καθώς «τρώγανε», κάποια στιγμή ήρθαν πολύ κοντά τα «τραπέζια» τους. Ήταν φανερό πως δεν τους χωρούσε πια όλους ο πλανήτης.

Και έτσι, εφόσον ήταν αδύνατο να υποχωρήσει κάποιος δυνατός, όλοι οι μεγάλοι, στο απόγειο της δύναμής τους, θα εμπλακούν σταδιακά στον πιο φονικό, πιο μαζικό και πιο παράλογο πόλεμο που είχε δει η Ανθρωπότητα ως εκείνη τη στιγμή. Και θα πολεμήσουν σε πλήρη ισχύ μ’ όλες τους τις δυνάμεις. Αφορμή στάθηκε η δολοφονία του διαδόχου του θρόνου της Αυστρουγγαρίας (που τότε ήταν υπερδύναμη και είχε πολλούς λαούς στην «κατοχή» της), του Φραγκίσκου Φερδινάνδου και της γυναίκας του από έναν σέρβο εθνικιστή στο Σεράγεβο. Η δολοφονία τους άφησε ορφανά τα παιδάκια τους και έβαλε βούτυρο στο ψωμί όσων επιζητούσαν τον πόλεμο, για να λύσουν τις διαφορές τους. Και ήταν πολλοί αυτοί.

Οι ειδικοί λένε ότι ο αντίκτυπος κάθε φαινομένου, κοινωνικού, πολιτικού, οικονομικού κλπ, γίνεται αντιληπτός χρόνια μετά. Έτσι, τα αποτελέσματα της Βιομηχανικής επανάστασης, η εξέλιξη και η πρόοδος της επιστήμης φάνηκαν στον Α’ παγκόσμιο πόλεμο. Ειδικά, η εξέλιξη των όπλων, την οποία οι απλοί άνθρωποι δεν γνώριζαν και άρα δεν ήξεραν πού πήγαιναν και τι θα αντιμετώπιζαν. Οι στρατιώτες που έφευγαν για το μέτωπο δεν είχαν την παραμικρή ιδέα για την κόλαση, στην οποία έμπαιναν. Ο πόλεμος άρχισε τέλη καλοκαιριού και αυτοί νόμιζαν ότι θα γυρίσουν σπίτι πριν τον θερισμό. Χαρούμενοι οδηγήθηκαν από άμυαλους στρατηγούς σ’ έναν βιομηχανικό πόλεμο, μια ανούσια σφαγή χωρίς προηγούμενο. Και τα κορμιά πέφταν το ένα μετά το άλλο, σα μύγες.

Ένας απ’ τους βασικούς πρωταίτιους της σφαγής αυτής ήταν ο Κάιζερ της Γερμανίας, ο Γουλιέλμος ο Β’. Ως άνθρωπος κουβαλούσε μέσα του πολλά κόμπλεξ, λόγω της αναπηρίας που είχε στο χέρι και στο πόδι, αποτέλεσμα δυσκολιών στη γέννα και άγαρμπης προσπάθειας του γιατρού να τραβήξει το νεογέννητο, για να μη πεθάνει η μητέρα του, πριγκίπισσα Βίκυ, κόρη της βασίλισσας Βικτωρίας της Αγγλίας. Τα προβλήματα αυτά συσσώρευαν συμπλέγματα στην ψυχή του και δημιουργούσαν έναν περίεργο ψυχισμό και έναν ψυχρό και αδιάφορο για τους άλλους χαρακτήρα, κάτι που δε θα είχε επιπτώσεις, αν ήταν οποιοσδήποτε άλλος, αλλά δυστυχώς ήταν ο Κάιζερ. Σ’ αυτά συνυπολογίζουμε και τα οιδιπόδεια που έβγαλε, τα οποία ήταν αδιάσειστα με βάση τα γράμματα που έγραφε προς τη μητέρα του και εκφράζει σ’ αυτά την ερωτική του επιθυμία προς αυτήν στην προεφηβική και εφηβική ηλικία. Ένα τέτοιο άτομο, μόνο κατάλληλο να ηγηθεί μιας αυτοκρατορίας δεν ήταν.

Και το περίεργο δεν είναι μόνο η ψυχοσύνθεση του Κάιζερ, αλλά κυρίως το ότι όλοι οι βασιλείς, οι πρίγκιπες και οι αρχηγοί γενικά που αντιμάχονταν, ήταν συγγενείς (π.χ. η γυναίκα του τσάρου Νικολάου του Β’ ήταν αδερφή του ανάπηρου στο χέρι, χωλού και γεμάτου οιδιπόδεια πρωταίτιου Κάιζερ Γουλιέλμου Β’, ο οποίος ήταν εγγονός της ήδη νεκρής τότε βασίλισσας Βικτώριας της Αγγλίας). Επίσης, ο ίδιος ο Τσάρος ήταν ξάδερφος του βασιλιά της Αγγλίας. Οι βασιλικοί οίκοι στην Ευρώπη θέλοντας να διαφυλάξουν αγνό και ανόθευτο το βασιλικό αίμα, παντρεύονταν μεταξύ τους. Και έτσι το 1914 όλοι σχεδόν οι εμπλεκόμενοι ήταν με κάποιο τρόπο συγγενείς, είτε εξ αίματος είτε εξ αγχιστείας. Και το αίμα τους παρέμενε γαλάζιο και φυσικά στη θέση του. Άλλοι, που είχαν κόκκινο, θα πήγαιναν για θυσία.

Ένας απ’ τους 10 εκατομμύρια νεκρούς του «Μεγάλου» πολέμου, που έχυσε το κόκκινο αίμα του, ήταν ένας Καναδός φοιτητής ιατρικής. Είχε την ατυχία να σκάσει από πάνω του σχεδόν μια βόμβα διασποράς, αυτές που εκρήγνυνται στον αέρα και εκτοξεύουν καυτές μπίλιες από σίδηρο και μολύβι, διαλύοντας το πόδι και τα χέρια του και προξενώντας του τρύπα στην κοιλιακή χώρα. Ο στρατιωτικός γιατρός Τζον Μακρέι, στα χέρια του οποίου ξεψύχησε, ήταν καθηγητής του στο Πανεπιστήμιο. Κλαίγοντας όλη την υπόλοιπη μέρα, έγραψε ένα από τα πιο όμορφα αντιπολεμικά ποιήματα, ενώ τρία χρόνια μετά σκοτώθηκε κι αυτός.

Το ποίημα που έγραψε ο Καναδός στρατιωτικός γιατρός και καθηγητής πανεπιστημίου στα 1915, έχει ως εξής: «Στης Φλάνδρας τους αγρούς ανθίζουν οι παπαρούνες,
ανάμεσα στους σταυρούς, στη σειρά, τη μια μετά την άλλη.
Είμαστε οι νεκροί. Πριν λίγες μέρες ζούσαμε,
νιώθαμε την αυγή, το φως του δειλινού κοιτούσαμε,
αγαπούσαμε κι αγαπιόμασταν και τώρα είμαστε εδώ
στης Φλάνδρας τους αγρούς».

Στις 11 η ώρα το πρωί, στις 11/11/1918, οι σταυροί σταμάτησαν κι οι παπαρούνες άρχισαν ξανά ν’ ανθίζουν.

(Από τα ραδιοφωνικά ταξίδια μας στο Κόκκινο της Ρόδου 103,7)

Προηγούμενο άρθροΓΡΑΜΜΑ ΣΤΟΝ ΘΑΝΟ
Επόμενο άρθροΠΑΤΡΙΔΑ, ΦΟΒΑΜΑΙ…!! ΠΝΙΓΟΜΑΣΤΕ…
ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΚΛΕΤΣΑΣ

Ο Αθ. Κλέτσας (Σάκης για τους φίλους) είναι κλασσικός φιλόλογος με μεταπτυχιακές σπουδές στην Διοίκηση Εκπαιδευτικών Μονάδων και τη Φιλοσοφία της εκπαίδευσης. Κατάγεται από τις Σέρρες και ζει μόνιμα στη Ρόδο, όπου υπηρετεί πλέον ως Διευθυντής του Σχολείου Δεύτερης Ευκαιρίας. Μιλάει λίγο, γράφει πολύ.

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ