Πότε Βούδας…

.... και μετά θα κάααααθεσαι....!!!

Μιας και βγαίνουμε κάθε τρεις και λίγο στα μπαλκόνια, για να χειροκροτήσουμε κάποια ομάδα-ήρωες, ας βγούμε απόψε στις 9, για να χειροκροτήσουμε τη μάνα. Όχι του φευγάτου, όχι τη Μάνα ως σύμβολο. Αλλά τη μάνα-σύζυγο κάθε σπιτιού, που αυτοέγκλειστη προσπαθεί να συνυπάρξει με τον Βούδα που παντρεύτηκε πολλά χρόνια πριν και τα τέρατα της Τασμανίας που έφερε στη ζωή. Τη μάνα που έχει την ατυχία να μη δουλεύει αυτήν την περίοδο (όσοι διαβάσετε παρακάτω, θα καταλάβετε την ατυχία) και να τρέχει όλο το σπίτι, κάνοντας όσα έκανε πριν, με τη διαφορά ότι δεν έχει πλέον καμία μα καμία διέξοδο.

Ας χειροκροτήσουμε, λοιπόν, τη μάνα που έχει τον άνδρα της όλη τη μέρα στην ΤV, σαν τον Βούδα και τον Δαλάι Λάμα μαζί, να βλέπει τα πάντα για τον κορωνοϊό και να σχολιάζει κάθε τρεις και λίγο («τι είν’ αυτά, ρε!»). Αυτόν τον άνδρα, που ξαφνικά την ανακάλυψε κι άρχισε να την παρατηρεί («ρε γυναίκα, πήρες κιλά ή μου φαίνεται;»), που έχει άποψη για τα πάντα («Πάει θα πεθάνουμε», «τι λες, ρε μ@$@#@!» «το ‘ξερα εγώ, κόλπο είναι, δε μου το βγάζεις εμένα από το μυαλό»), που ασχολείται με τα παιδιά του μόνο, όταν έχει διαφημίσεις φαγητών κι αυτό για λίγο, αφού θα τα παρκάρει πάλι στη μαμά τους («πες τα να βγάλουν το σκασμό, είχανε να μοιάσουνε»).

Η αλήθεια είναι ότι ως είδος ο άνδρας (η μετάλλαξη του παντρεμένου, για να είμαστε ακριβείς) έχει ανοσία στην καραντίνα και τον εγκλεισμό. Δεν επηρεάζεται το DNA και το RNA του. Βούδας ήταν πριν, Βούδας παραμένει. Σκέφτεται ακόμα την Μαρία με τα μεγάλα στήθη του 5ου, καντηλιάζει τις Τράπεζες («μόνο αυτές θα γλυτώσουν»), την ίδια στιγμή που υπολογίζει αν πρέπει να βγάλει από κει τα λεφτουδάκια του ή όχι, γιατί «θα γίνει μεγάλο κραχ». Φυσικά, δε θ’ αφήσει ασχολίαστο το φαγητό («πάλι μπιζέλια, ρε γυναίκα»), ενώ θα κάνει παρατήρηση (χωρίς να πάρει τα μάτια του από την τηλεόραση) στη γυναίκα του, που μόλις γύρισε από το σούπερ μάρκετ («να τα απολυμάνεις καλά, πριν τα βάλεις στο ψυγείο»).

Ας χειροκροτήσουμε αυτή τη μάνα-σύζυγο, που βλέπει τον Βούδα της (όταν αυτός δε βλέπει TV) να προσπαθεί να φτιάξει ένα άχρηστο εργαλείο (αυτόματο μεταφραστή Ισπανικών π.χ.), που αγόρασε με έκπτωση απ’ το ίντερνετ, αντί να βάψει το σπίτι ή να συγυρίσει την αποθήκη. Τον ίδιο Βούδα, που «λατρεύει» την πεθερά του («Πάλι με τη μάνα σου την κ#@%^&% μιλάς;») και σιχτιρίζει, όταν ακούει τη γυναίκα του να ξεκουράζεται, μιλώντας με μια φίλη («άντε, ξημερώσαμε, όλα τώρα θα τα πείτε; Πεινάω!»), άσχετα αν θα κοιτάξει «διακριτικά» πάντα τον πισινό αυτής της φίλης, αν τύχει να τη συναντήσει στις σκάλες, ειδικά αν είναι η Μαρία του 5ου, ναι, αυτή με τα μεγάλα στήθη.

Ας χειροκροτήσουμε τη μάνα-σύζυγο, που ακούει τον Βούδα της να παινεύει σε στιγμές πατρικής αγάπης το γιο του, τον Μέσι, τον Ρονάλντο, τον μελλοντικό Γκουσγκούνη, αυτόν που δεν θ’ αφήνει καμιά εκεί έξω, ούτε γάτα («όχι παίζουμε»), αυτόν που θα βάλει να σπάσει τα νεύρα της μαμάς, σπάζοντας το αγαπημένο της «μουράνο», «το μόνο που άξιζε από το ταξίδι του μέλιτος στη Βενετία», έτσι, «για πλάκα». Αλλά που όταν του ζητήσει 10 ευρώ, θα μετατραπεί σε «κακομαθημένο» και «μ@λ@κισμ$ν#», «αφού τώρα δεν τα χρειάζεσαι, γιατί μένουμε σπίτι». Είναι ο ίδιος που δε θ’ αφήσει την κόρη του να βγει μετά τις 8 (κι αυτό μια φορά την εβδομάδα), γιατί δεν έχει ιδέα πόσοι αληταράδες υπάρχουν εκεί έξω.

Τον ίδιο Βούδα, που το βράδυ, αφού τα παιδιά κοιμηθούν, θα χαϊδολογά την έρμη και ψόφια από κούραση γυναίκα του, για να ξεθυμάνει και να ροχαλίσει, περδόμενος κι ευτυχισμένος, μια και στο όνειρό του η Μαρία του 5ου είναι η γκόμενά του.

Ας χειροκροτήσουμε, λοιπόν, αυτήν τη γυναίκα. Κι αυτή ήρωας είναι. Προσωπικά θα το κάνω.
Αφού ζητήσω πρώτα συγνώμη απ τον Βούδα.

(Σημείωση: το κείμενο είναι χιουμοριστικό! Το ότι στην υπερβολή του καυτηριάζει παράλληλα συμπεριφορές συγκεκριμένων υπαρκτών κι ουκ ολίγων ανθρώπων, δε σημαίνει ότι όλοι φέρονται κατ’ αυτόν τον τρόπο.)

ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΚΛΕΤΣΑΣ
Ο Αθ. Κλέτσας (Σάκης για τους φίλους) είναι κλασσικός φιλόλογος με μεταπτυχιακές σπουδές στην Διοίκηση Εκπαιδευτικών Μονάδων και τη Φιλοσοφία της εκπαίδευσης. Κατάγεται από τις Σέρρες και ζει μόνιμα στη Ρόδο, όπου υπηρετεί πλέον ως Διευθυντής του Σχολείου Δεύτερης Ευκαιρίας. Μιλάει λίγο, γράφει πολύ.
ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ