ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ Ο ΜΠΑΜΠΑΣ ΣΟΥ;

Ο Μικρός ήταν μαθητής Δημοτικού. Του άρεσε το σχολείο, αλλά περισσότερο λάτρευε τα διαλείμματα, όπως όλα τα παιδιά. Λάτρευε, επίσης, τον πατέρα του, τον είχε ψηλά, όπως όλα τα παιδιά σ’ αυτήν την ηλικία. Λάτρευε να τον βλέπει στο τέλος των μαθημάτων, λάτρευε να του αφηγείται ιστορίες μικρές κι ασήμαντες, αλλά τόσο μεγάλες και σημαντικές για την 10χρονη παιδική του ψυχή. Λάτρευε τις στιγμές στο σπίτι με τη μαμά και τον μπαμπά, λάτρευε τον πατέρα-πρότυπο, όπως όλα τα αγόρια, ιδιαίτερα λάτρευε, όταν του έλεγε ιστορίες πριν κοιμηθεί.

Μια μέρα ο μπαμπάς του δε γύρισε σπίτι. Κάποιος τον σκότωσε, επειδή τον μισούσε γι’ αυτά που πίστευε, γι’ αυτό που γεννήθηκε, γι’ αυτό που ήταν. Χωρίς άλλο λόγο. Απλά, τον σκότωσε. Και πώς να το πεις αυτό σ’ ένα 10χρονο παιδί; Πώς να του πεις ότι κάποιος, χωρίς λόγο, σκότωσε τον μπαμπά του; Πώς να εξηγήσεις την Κακία σε μια ψυχή γεμάτη καλοσύνη, όπως αυτή που έχουν όλα τα παιδιά; Να τον ονομάσεις δολοφόνο, κάφρο, αλήτη; Δε θα καταλάβει κι είναι μικρές σε μέγεθος έννοιες. Και τι λέξεις να βρεις, για ν’ απαλύνουν τον πόνο του στο στήθος, να μαζέψουν τα δάκρυά του, ν’ απαντήσουν στο “μα γιατί, μαμά;”
Πώς να “μπαλώσει” μια μητέρα την παιδική καρδιά, για να τη γειάνει από την Απώλεια; Τι να του πει, όταν το βράδυ ο Μικρός ξυπνά από εφιάλτες; Ο Μικρός είναι ακόμα πολύ μικρός!!

Ο Μικρός κάποια στιγμή θα μεγαλώσει. Με την πίκρα της Απώλειας, η οποία με τον καιρό θα μετατραπεί σε μια στυφή Απουσία. Απουσία, όταν πάρει τον έλεγχο, όταν δώσει εξετάσεις. Απουσία στην πρώτη του ερωτική απογοήτευση. Απουσία, όταν πάρει πτυχίο, όταν πάει στρατό. Απουσία από δίπλα του στην εκκλησιά, όταν παντρευτεί την εκλεκτή της καρδιάς του, όταν ο ίδιος κάνει παιδί, όταν το βαφτίσει. Θα κουβαλά πάντα αυτή τη ρημάδα και στυφή γεύση της Απουσίας και αυτό το γ@μημ€νο “να ‘ταν μαζί μας κι ο μπαμπάς”, που θα του κάθεται στο λαιμό. Απουσία χωρίς γιατί, χωρίς λόγο, χωρίς λύτρωση.

Σκέψου να ήσουν εσύ στη θέση του. Σκέψου να πρέπει να κουβαλάς αυτήν την Απώλεια, ανεξίτηλα μέσα σου, επειδή κάποιος ήθελε να κάνει τον δικαστή. Σκέψου να είχες χάσει τον πατέρα σου, γιατί απλά ένας δε χώνευε το επίθετό του και τον πατέρα του πατέρα σου, το ποιος ήταν στη ζωή και στην κοινωνία. Σκέψου λίγο. Ενσυναίσθηση…

Κι ένα βράδυ σκέψου ότι πας σε μια ταβέρνα. Να περάσεις όμορφα με δικούς σου ανθρώπους. Και να μαζευτούν κάποιοι ομόκαφροι του δολοφόνου, φωνάζοντας τ’ όνομα αυτού που σκότωσε τον πατέρα σου, για να σου τη σπάσουν. Να το φωνάζουν ρυθμικά. Επαναλαμβανόμενα. Και να σου τρυπάει τ’ αυτιά και την ψυχή αυτό τ’ όνομα, που ευθύνεται για την Απώλεια και την Απουσία, που έχουν σιγολιώσει την ψυχή σου από τα 10. Για το ότι σου λείπει το “έλα, μην κλαις, δεν πειράζει, θα γίνεις άνδρας τώρα”, για όταν ήσουν μικρός ή το “έλα να πιούμε ένα ουζάκι” τώρα που μεγάλωσες. Να το φωνάζουν ρυθμικά κι αυτό το γ@μημ€νο ν’ ακονίζει το μαχαίρι που ο χρόνος σε βοήθησε ν’ αμβλύνεις…

Και δεν έχει καμιά σημασία πώς λένε το παιδί ή τον μπαμπά. Θα μπορούσε να ‘ναι ο μπαμπάς σου, θα μπορούσε να ‘ναι το παιδί σου..!!!

ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΚΛΕΤΣΑΣ
Ο Αθ. Κλέτσας (Σάκης για τους φίλους) είναι κλασσικός φιλόλογος με μεταπτυχιακές σπουδές στην Διοίκηση Εκπαιδευτικών Μονάδων και τη Φιλοσοφία της εκπαίδευσης. Κατάγεται από τις Σέρρες και ζει μόνιμα στη Ρόδο, όπου υπηρετεί πλέον ως Διευθυντής του Σχολείου Δεύτερης Ευκαιρίας. Μιλάει λίγο, γράφει πολύ.
ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ