Ο ΚΟΚΚΙΝΟΣ ΒΑΡΟΝΟΣ

Όπου πετούν οι αετοί...

Σήμερα, καθώς έβγαζα τα εισιτήρια των Χριστουγέννων, για να πάω αεροπορικώς στους δικούς μου, σκεφτόμουν με τι αεροπλάνο άραγε θα πετάμε εκείνη τη μέρα. Πάντα το κάνω τις στιγμές που κλείνω εισιτήρια, ύστερα από μια περίεργη εμπειρία λίγα χρόνια πριν μ’ ένα ελικοφόρο. Και τότε μου ήρθε για μια ακόμα φορά η απάντηση που έδινα μικρός στην ερώτηση «τι θα γίνεις, όταν μεγαλώσεις». «Πιλότος», απαντούσα και το πίστευα, χωρίς να γνωρίζω ότι τις περισσότερες φορές οι επαγγελματικές μας επιλογές είναι τελικά διαφορετικές αργότερα. Και τότε συνειρμικά  μου ήρθε στο νου ο κορυφαίος των αιθέρων, ο θρύλος των εφηβικών μου χρόνων, ο καλύτερος με διαφορά πιλότος του Α’ Π. Π. Ο «Κόκκινος Βαρόνος». Το εν ζωή όνομά του ήταν Μάνφρεντ Φον Ριχτχόφεν. Είναι λίγο γλωσσοδέτης το όνομα, ειδικά για όσους δεν είναι εξοικειωμένοι με τα Γερμανικά, αλλά ανήκε στον καλύτερο αεροπόρο του καιρού του, ίσως και τον καλύτερο διαχρονικά. Ο «Κόκκινος Βαρόνος» ήταν ο φόβος και ο τρόμος των εχθρών του και το καμάρι των δικών του.

Ο Ριχτχόφεν, γεννήθηκε το 1912, κάπου εκεί στην τότε Πρωσία (σήμερα Πολωνία) και γεννήθηκε αριστοκράτης Οι γονείς του ήταν Πρώσοι ευγενείς και -όπως ήταν φυσικό- ανέθρεψαν το βλαστάρι τους (όπως και όλα τους τα βλαστάρια) με τον αριστοκρατικό τρόπο: χαβιάρι, ιππασία, κυνήγι, ξιφασκία, γυμναστική. Στα 20 του κατετάγη στη μονάδα του ιππικού, ένα παντελώς ανόητο και άχρηστο απομεινάρι των προηγούμενων αιώνων στις πολεμικές επιχειρήσεις. Και επειδή κάποια στιγμή και οι άμυαλοι καταλαβαίνουν τα βασικά και τ’ αυτονόητα, το ιππικό, αφού σφάχτηκαν απ’ τα βλήματα χιλιάδες άλογα, με τους αναβάτες τους βέβαια, και ο πόλεμος παγιώθηκε στα χαρακώματα, αποφασίστηκε να καταργηθεί και έτσι ο Ριχτχόφεν ξέμεινε στην τροφοδοσία του στρατού του.

Όμως, οι χαρισματικοί άνθρωποι είναι ανήσυχοι και κυνηγούν οι ίδιοι το πεπρωμένο τους. Έτσι, και ο Ριχτχόφεν δεν έμεινε ικανοποιημένος απ’ τη μετάθεσή του στο τμήμα της τροφοδοσίας, αποτέλεσμα των γνωριμιών του πατέρα του, ένα τμήμα του στρατού, στο οποίο θα ήταν ασφαλής και σχετικά μακριά απ’ τα χαρακώματα. Είπαμε, όσο πιο ψηλά είσαι στην κοινωνική ιεραρχία τόσο πιο πίσω είσαι απ’ το μέτωπο του πολέμου. Αλλά ο ίδιος έλεγε χαρακτηριστικά ότι δεν πήγε στον πόλεμο, για να μαζεύει τυρί κι αυγά.  Κι έτσι, ζήτησε μετάθεση στην αυτοκρατορική αεροπορία, όπως λεγόταν τότε. Ήθελε τα’ αεροπλάνα. Και οι ανώτεροί του θα την εγκρίνουν. Και χωρίς να τα ξέρουν, τη στιγμή που σφράγιζαν το χαρτί της μετάθεσής του, σφράγισαν και τη μοίρα ενός ήρωα.

Το 1915 άρχισε να εκπαιδεύεται ως πιλότος. Τον επόμενο χρόνο μπαίνει σε μια πτέρυγα βομβαρδιστικών και πετά μ’ ένα πρωτόγονο Albatros. Ξέρετε, τότε, 100 χρόνια πριν, τ’ αεροπλάνα δεν είχαν καμιά σχέση με τα σημερινά υπερηχητικά και γεμάτα συστήματα ασφαλείας. Το αεροπλάνο είχε ανακαλυφθεί λίγα χρόνια πριν απ’ τους αδερφούς Ράιτ και ήταν ακόμα σε πρωτόγονο στάδιο. Αρκεί να σκεφτούμε την εξέλιξη των αυτοκινήτων. Κάτι παρόμοιο συνέβαινε και στην αεροπλοΐα. Τα αεροπλάνα αυτά ήταν στην ουσία ιπτάμενα φέρετρα.

Στην αρχή ο Ριχτχόφεν δεν είχε επιτυχείς πτήσεις και θεωρείτο μέτριος πιλότος. Έπρεπε να έρθει ο Σεπτέμβρης του ’16, για να κερδίσει την πρώτη του μάχη στους αιθέρες, ενώ  2 μήνες αργότερα κατέρριψε τον καλύτερο βρετανό άσο και απέκτησε μεγάλη φήμη ως ανερχόμενο αστέρι. Μετά απ’ αυτό θα βάψει το αεροπλάνο του κόκκινο, κάτι που θα κάνουν κι υπόλοιποι, δίνοντας στη μονάδα το όνομα «ιπτάμενο τσίρκο». Το χρώμα αυτό μάλλον του πήγαινε. Γιατί από τότε και έπειτα άρχισε να ρίχνει το ένα εχθρικό αεροπλάνο μετά το άλλο. Και οι εχθροί του θα του δώσουν το παρατσούκλι που θα συνδυάζει το χρώμα του αεροπλάνου του και την αριστοκρατική του καταγωγή: κόκκινος βαρόνος.

Ο Ριχτχόφεν, λοιπόν, με το κόκκινο Albatros του (και ένα Fokker αργότερα) έριχνε τον ένα μετά το άλλο τα αεροπλάνα της Αντάντ. Τον Απρίλιο, μάλιστα, του 1917 θα καταρρίψει 22 βρετανικά αεροσκάφη, ένας αριθμός ασύλληπτος για την εποχή, αν σκεφτεί κανείς ότι ένας καλός πιλότος είχε 15-20 καταρρίψεις σ’ όλη του την καριέρα. Ο «Κόκκινος Βαρόνος» θα τον ξεπεράσει αυτόν τον αριθμό μέσα σ’ ένα μόλις μήνα, ο οποίος θα ονομαστεί εξαιτίας του γεγονότος, ματωμένος Απρίλης.

Ο βαρόνος είχε ήδη σημειώσει 52 καταρρίψεις στο τέλος του ματωμένου εκείνου Απρίλη. Επρόκειτο, όμως, ν’ αντιμετωπίσει κατάματα το θάνατο για πρώτη φορά λίγο καιρό αργότερα, όταν κατά τη διάρκεια της πτήσης τραυματίστηκε στο κεφάλι, αλλά κατάφερε να προσγειώσει ημιλιπόθυμος το αεροπλάνο του, χάρη στο ταλέντο και την ψυχραιμία του. Ο τραυματισμός θα είναι σοβαρός και θα χρειαστούν πολλά χειρουργεία και πολύ μεγάλο διάστημα ανάρρωσης, για να επανέλθει. Στο διάστημα της απουσίας του η φήμη του, ενισχυμένη απ’ τη γερμανική προπαγάνδα, θα γιγαντωθεί και ο Ριχτχόφεν θα εξελιχθεί στον Νο1 ήρωα της Γερμανίας, αλλά και το Νο1 τρόπαιο των Συμμάχων, σε περίπτωση κατάρριψής του.

Ο Ριχτχόφεν είχε φυσικά ιδιαίτερη μεταχείριση. Αλλά γενικά όλοι όσοι γύριζαν στη βάση, είχαν ειδική αντιμετώπιση απ’ τα επιτελεία τους. Οι πιλότοι στον Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο δεν είχαν τη διαβίωση και τη διατροφή των υπολοίπων στρατιωτών που σφάζονταν στα χαρακώματα. Ανήκαν στην ελίτ (και οι περισσότεροι ήταν αριστοκράτες, όπως ο Ριχτχόφεν) και είχαν ανάλογη μεταχείριση: έτρωγαν τα καλύτερα γεύματα, ξυπνούσαν σχετικά όποτε ήθελαν (εκτός αν υπήρχε συναγερμός), έπιναν αρκετά και γενικά δεν είχαν κάποιον σημαντικό έλεγχο. Απ’ την άλλη, όμως, είχαν πλήρη επίγνωση της επικείμενης μοίρας τους. Γνώριζαν ότι, όταν σηκωθούν με τ’ αεροπλάνα τους, κάποιοι σίγουρα δε θα γυρίσουν πίσω. Δεν υπήρξε ποτέ στην ιστορία των αερομαχιών καταγεγραμμένη πτήση, στην οποία να επέστρεψαν όλοι πίσω ασφαλείς.

Ο «Κόκκινος Βαρόνος» είχε από μικρός μια μεταφυσική σχέση με το κυνήγι και ήταν χαρισματικός στο σημάδι. Αν ζούσε στον Β’ Π. Π, θα ήταν σίγουρα sniper, ελεύθερος σκοπευτής. Ο πατέρας του είχε προσέξει αυτό το ταλέντο του γιου του, αλλά δε θα μπορούσε να φανταστεί ότι θα αναδεικνυόταν στον καλύτερο πιλότο παγκοσμίως. Απλά το απολάμβανε να τον έχει μαζί του στο κυνήγι και να τον βλέπει να μεγαλώνει αριστοκρατικά, εκεί στην έπαυλή του στη Σιλεσία. Είχε άλλα σχέδια για το γιο του, να τον καμαρώσει αξιωματικό του ιππικού, όπως συνηθιζόταν με τους πλούσιους γόνους. Τουλάχιστον ως το 1914, οπότε και ξέσπασε η φρίκη του Α’ Π. Π.

Ως χαρακτήρας, σίγουρα δεν ήταν απ’ τους τύπους που θα ήθελες διακαώς στην παρέα σου. Ήταν σχετικά ψυχρός, απόμακρος, σκεφτικός, κλασικός αριστοκράτης του καιρού του. Κι αυτό που τον ξεχώριζε από μικρό ήταν η κυνικότητά και η ψυχραιμία του. Ήταν αυτό που λέμε «κρύο αίμα». Και μπορεί να μην τον ήθελες στην παρέα ως φίλο, ως πιλότο όμως ήταν το είδος που αναζητούσες. Κρύο αίμα, αποφασιστικός, ψύχραιμος, εύστροφος και κυνικός. Χωρίς άσκοπες επιθετικές τάσεις και ψευτοηρωισμούς. Ο τέλειος συνδυασμός για έναν πιλότο που πετούσε εκείνα τα τόσο ελλιπή Άλμπατρος και Φόκερ του Α’ Π. Π. Δυστυχώς δε θα μάθουμε ποτέ τι θα έκανε, αν ζούσε σήμερα και είχε ένα απ’ τα υπερσύγχρονα αεροπλάνα του 21ου αι.

Ως πιλότος των αρχών του 20ου είχε 80 καταρρίψεις (2ος ήταν ένας γάλλος πιλότος με 75). Ένα ρεκόρ ασύλληπτο για την εποχή. Και θα ήταν πολύ μεγαλύτερο, αν ζούσε μέχρι το τέλος του πολέμου, το οποίο δεν το πρόλαβε, γιατί στις 21 Απριλίου του 1918, λίγους μήνες πριν το τέλος του πολέμου, σε μια αερομαχία, όπου ο εχθρός υπερτερεί αριθμητικά -κλασική για τον βαρόνο, που πάντα έμπαινε σε τέτοιες καταστάσεις- δέχθηκε μια σφαίρα στην καρδιά είτε από αντιαεροπορικά πυρά είτε από τον αντίπαλο πιλότο. Αυτή τη φορά ο Χάρος θα τον κερδίσει. Το τραύμα ήταν διαμπερές και μοιραίο, αλλά παρόλα αυτά, πριν ξεψυχήσει, μπόρεσε και προσγειώθηκε. Οι αντίπαλοί του, αναγνωρίζοντας την αξία του, σε ένδειξη σεβασμού και ιπποτισμού, που υπήρχε ακόμα εκείνη την εποχή, ειδικά μεταξύ των αεροπόρων, τον έθαψαν με μεγάλες τιμές και επέτρεπαν στα δικά του πρόσωπα να επισκέπτονται το σημείο ταφής. Την επόμενη της ταφής βρετανικό αεροπλάνο πέταξε πάνω απ’ τη βάση του Γερμανού άσου. Δεν έριξε βόμβες, μόνο ένα μεταλλικό κουτάκι, που περιείχε μια φωτογραφία από την ταφή και ένα σημείωμα «Προς το Γερμανικό Ιπτάμενο Σώμα». Το λιτό κείμενο έγραφε τα εξής: «Ο λοχαγός ιππικού Βαρόνος Μάνφρεντ φον Ριχτχόφεν έχασε τη ζωή του στην αερομαχία της 21ης Απριλίου 1918. Ενταφιάστηκε με όλες τις στρατιωτικές τιμές από τη Βρετανική Βασιλική Αεροπορία».

Για την Αντάντ η κατάρριψή του ήταν μια τεράστια νίκη. Δυστυχώς, έτσι συμβαίνει μεταξύ εχθρών: ο θάνατός σου, η ζωή μου. Για τους Γερμανούς ήταν μια τεράστια απώλεια. Πιθανότατα δε θ’ άλλαζε τον ρου του πολέμου, αν ζούσε κι άλλο (αποτελούσε, ουσιαστικά, μια τραγική φιγούρα, που πολεμούσε με νύχια και με δόντια σ’ έναν πόλεμο που είχε ήδη χαθεί). Όμως για τη δουλειά που τον θέλανε, ήταν αναντικατάστατος. Για τραγική ειρωνεία, διάδοχός του στο σμήνος καταδρομικών ήταν ένας ακόμα «άσος» [άσος = αυτός που είχε πάνω από πέντε (5) καταρρίψεις εχθρικών αεροσκαφών] της γερμανικής αεροπορίας, ο μετέπειτα 2ος τη τάξει ναζί μετά τον Χίτλερ, ο Χέρμαν Γκέρινγκ.

Τη μέρα που το βόλι διαπέρασε την καρδιά του, ο Ριχτχόφεν ήταν μόλις 26 ετών.

Προηγούμενο άρθροΠΑΤΡΙΔΑ, ΦΟΒΑΜΑΙ…!! ΠΝΙΓΟΜΑΣΤΕ…
Επόμενο άρθροΟ ΝΑΝΟΣ ΠΟΥ ΕΜΕΙΝΕ ΓΙΓΑΝΤΑΣ
ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΚΛΕΤΣΑΣ

Ο Αθ. Κλέτσας (Σάκης για τους φίλους) είναι κλασσικός φιλόλογος με μεταπτυχιακές σπουδές στην Διοίκηση Εκπαιδευτικών Μονάδων και τη Φιλοσοφία της εκπαίδευσης. Κατάγεται από τις Σέρρες και ζει μόνιμα στη Ρόδο, όπου υπηρετεί πλέον ως Διευθυντής του Σχολείου Δεύτερης Ευκαιρίας. Μιλάει λίγο, γράφει πολύ.

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ