“ΝΑ ΖΗΣΕΤΕ ΠΑΡΑΛΟΓΑ” (ΜΑΡΙΑ ΠΟΛΥΔΟΥΡΗ)

Ο έρωτας της ζωής της καταλαμβάνει ένα αντικρινό γραφείο στη Νομαρχία. Είναι ο συνάδελφος της Κώστας Καρυωτάκης, πολλά υποσχόμενος ποιητής, που έχει ήδη εκδώσει δύο ποιητικές συλλογές.

Μια γυναίκα..

Μελαχρινή, συνεπέστατα μελαγχολική, συνεπέστατα μελανοντυμένη…

Είναι και αυτοί οι ποιητές, οι ελάσσονες, αυτοί οι καταδικασμένοι να αναφέρονται στη σκιά και το περιθώριο των “ογκόλιθων” της εποχής τους, αυτοί που ελάχιστοι, πλέον, τους θυμούνται και ακόμα πιο λίγοι τους μνημονεύουν. Το ίδιο ισχύει και για τους ποιητές του μεσοπολέμου, μιας ρευστής και αβέβαιης περιόδου, κατά την οποία οι μεγάλες εθνικές προσδοκίες, γεννημένες από τις “ωδίνες’ των Βαλκανικών, εξανεμίστηκαν από τη θύελλα της Μικρασιατικής Καταστροφής. «Εποχές στοιχειωμένες, καιροί που η ψυχή τους αλαφιάστηκε»,όπως το απέδωσε αφοπλιστικά ο Άγγελος Τερζάκης. Για τους ποιητές της Σχολής αυτής ήταν πολύ εύκολο να εκφράσουν την απαισιοδοξία και την οδύνη που τους πλημμύριζε..Οι καιροί είχαν κάνει καλά τη δουλειά τους..

Σε αυτήν την ομάδα ιδιαίτερη θέση κατέχει μια γυναίκα μελαχρινή, μελαγχολική, συχνά μαυροντυμένη..

Αυτή η γυναίκα..

Η Μαρία Πολυδούρη.

Γεννημένη στην Καλαμάτα (άνοιξη του 1902) ήταν η κόρη του προοδευτικού φιλολόγου (όπως μας λέει και η wikipedia) Ευγένιου Πολυδούρη, αναθρεμμένη σε ένα κλίμα προχωρημένου (για την εποχή του) φιλελευθερισμού είχε την τύχη να λάβει βαθιά καλλιέργεια, κρατώντας σε ισορροπία (τουλάχιστον τα πρώτα χρόνια) τη ρομαντική και ευαίσθητη φύση της. Από μικρή ηλικία είχε βιώσει το θάνατο, καθώς έχασε πολύ νωρίς δύο αδέλφια της. Έτσι, ανέπτυξε μια μεταφυσική σχέση μαζί του και για ώρες χανόταν παρακολουθώντας κηδείες συμπολιτών της και γύριζε σπίτι με μάτια κόκκινα από το κλάμα. “Ο θάνατος είχε γίνει ο πρώτος σύντροφος της ζωής της”.

Όσο μεγάλωνε τόσο αρίστευε στα γράμματα, ενώ επέδειξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για κοινωνικά γεγονότα της εποχής, μεταξύ των οποίων και για τη γυναικεία χειραφέτηση. Στο πλαίσιο αυτό, στέλνει λίγα χρόνια μετά συγχαρητήριο τηλεγράφημα στον βουλευτή του κόμματος των Φιλελευθέρων Κωστή Μπαστιά, που εισηγείται με νομοσχέδιο στην Ελληνική Βουλή τη γυναικεία ψήφο.

Στα 14 της, ήδη φανατική αναγνώστρια της «Εφημερίδας των κυριών» της Καλλιρόης Παρρέν, θα δημοσιεύσει στο περιοδικό «Οικογενειακός Αστήρ» το πρώτο της ποίημα με τον χαρακτηριστικό τίτλο “Ο πόνος της μάνας” με αφορμή τον πνιγμό ενός ναυτικού. Σε ηλικία μόλις 16 ετών διορίζεται μετά από επιτυχείς εξετάσεις στη Νομαρχία Μεσσηνίας. Όλες οι αναφορές των προϊσταμένων της μιλούν με τα καλύτερα λόγια για την υποδειγματική υπάλληλο τους.

Το 1920, όμως, η μοίρα φέρεται ιδιαίτερα σκληρά στη νεαρή Μαρία για άλλη μια φορά. Αυτή τη φορά θα  χάσει και τους δύο της γονείς μέσα σε διάστημα σαράντα ημερών. Ιδίως ο χαμός της μητέρας της θα αφήσει για πάντα “ανεξίτηλα σημάδια”.

«Μητέρα μου…
Δε σ’ ένοιωσα πριν να σε χωριστώ
Μα η θύμησή σου ακέρηα που μου μένει,
Μού δείχνει εμένα,
εκεί να εξιλαστώ
Για πάντα θλιβερή μετανοιωμένη».

Το 1921 παίρνει μετάθεση στη Νομαρχία Αθηνών και εγγράφεται στην Νομική Σχολή. Ούσα ένθερμη φεμινίστρια, θα αποτελέσει μία από τις ελάχιστες γυναίκες που φοιτούν στο Πανεπιστήμιο. Οι συμφοιτητές της θα την υποδεχθούν με χειροκροτήματα. Όπως έλεγε κι ίδια «..ό,τι μου δίνει μια ευχαρίστηση πραγματική είναι το Πανεπιστήμιο και μόνο αυτό..!! Παρακολουθώ μ΄ ανοιγμένη όλη την ψυχή μου τη διδασκαλία των καθηγητών μου.»

Στη Νομαρχία, βέβαια, θα γνωρίσει την απογοήτευση. Η κατάσταση εκεί είναι θλιβερή και απογοητευτική για τη νεαρή ιδεαλίστρια. Η κατάσταση που συναντά, την απογοητεύει «Να εργάζεσαι σαν το χειρότερο εργάτη, να μελετάς, να αξιούν να είσαι ευπαρουσίαστος και να περνάς μισό μήνα με ένα δεκάρικο! Και εκείνο δανειστό! Θεέ, παντοδύναμε! Και έπειτα να μην είσαι μπολσεβίκος!».

Η προσωπική της ζωή ήταν γεμάτη από επιτυχίες και οι θαυμαστές πολλοί, όπως μας πληροφορούν οι καταχωρίσεις στο προσωπικό της ημερολόγιό. Ο Σπύρος, ο Νίκος, ο Μενέλαος, ο Χριστόφορος, ένας νεαρός αξιωματικός του Ναυτικού ήταν μερικά από τα πρόσωπα που την πολιορκούσαν. Όλοι τους επίδοξοι μνηστήρες της. Όλοι τους την περιτριγυρίζουν γοητευμένοι από την εξωτερική της ομορφιά. Εκείνη, θέλει να ερωτευτεί παράφορα και, έτσι, το όποιο ενδιαφέρον της γι’ αυτούς εξανεμίζεται πολύ γρήγορα. Τους θεωρεί μόνο φίλους και δυσφορεί εξαιτίας του διαρκούς ενδιαφέροντός τους. «Οι φίλοι μου είναι άξιοι φίλοι, αλήθεια, αλλά εγώ είμαι ο συνδετήρ της παρέας. Όταν εγώ λείψω, η παρέα διαλύεται πίσω μου. Γίνεται ότι εγώ θελήσω. Φροντίζουν για τις εντυπώσεις μου από αυτούς. Αυτό με κάνει να λυπάμαι αληθινά, γιατί έτσι μου δείχνουν ότι εγώ μέσα σ΄αυτούς δεν είμαι ότι και αυτοί μεταξύ των.»

Ο έρωτας της ζωής της κάθεται στο απέναντι γραφείο στη Νομαρχία. Είναι ο συνάδελφος της Κώστας Καρυωτάκης, ένας νέος και πολλά υποσχόμενος ποιητής, που έχει ήδη εκδώσει δύο ποιητικές συλλογές. Κάτι θα πρέπει να “είδε” στα «άστατα μάτια» του βραχύσωμου και μονίμως μουτρωμένου αυτού νεαρού η Πολυδούρη, για να τον ξεχωρίσει από τους άλλους επίδοξους “μνηστήρες” της .

«Τον αγαπώ… τον αγαπώ, καμιά αμφιβολία πια… Απελπισμένε μου ποιητή, θα σε αγαπώ άραγε όσο θέλω να σ’ αγαπήσω, όσο σου πρέπει;».

«Κοντά σου δεν αχούν άγρια οι άνεμοι.
Κοντά σου είναι η γαλήνη και το φως.
Κοντά σου όλα γλυκά και όλα σα χνούδι, σα χάδι, σα δροσούλα, σαν πνοή.».

Το διάστημα εκείνο η Μαρία δημοσιεύει ποιήματά της σε διάφορα έντυπα. Στους στίχους της αποτυπώνονται η ψυχική της διάθεση και η εσωτερική σύγκρουση που βιώνει, καθώς η χαρά της ζωής συνυπάρχουν με μια υπέρ το δέον έντονη αίσθηση θνητότητας, ματαιότητας και θλίψης. Αλλά και η χαρά της ζωής αρχίζει να φθίνει, καθώς το καλοκαίρι του 1922 ο Καρυωτάκης μαθαίνει ότι πάσχει από σύφιλη. Θεωρεί αδικία για τη Μαρία να παραμείνει δεμένη με έναν καταδικασμένο και της ζητά να χωρίσουν. Εκείνη, μη θέλοντας να αποδεχθεί τις κοινωνικές συμβάσεις που τη συνθλίβουν, του αντιπροτείνει να παντρευτούν χωρίς να τεκνοποιήσουν. Ο Καρυωτάκης, όμως, έχοντας ήδη βυθιστεί χωρίς επιστροφή στη δική του πεισιθανάτια απαισιοδοξία και με έντονο το αίσθημα της υπερηφάνειας, δεν αποδέχεται τη θυσία της. Η Πολυδούρη. όμως,νιώθοντας τον κόσμο της να καταρρέει, αρνείται να τον πιστέψει, θεωρώντας ως πρόφαση την αρρώστια, για να διαλύσει το δεσμό τους.

«Και ήρθες στην πλούσια μου γιορτή
Με χέρια σταυρωμένα…
Εσύ!
Για σένα!
Όχι για με, ω, τίποτε για μένα.»

Οι δυο τους χωρίζουν οριστικά το 1923, αλλά συνεχίζουν να συναντιούνται για λίγο καιρό σαν φίλοι…

Απογοητευμένη από το άδοξο τέλος του έρωτά της, αρραβωνιάζεται τον πλούσιο δικηγόρο Αριστοτέλη Γεωργίου, υποκύπτοντας στην πολιορκία του. Μπορεί να ήθελε να πληγώσει τον Καρυωτάκη. Όμως, στον λαιμό της κρέμεται πάντα το μενταγιόν με τη φωτογραφία του ποιητή. Και σαν να μην έφτανε το ναυάγιο στην ερωτική της ζωή, θα χάσει και τη δουλειά της στη Νομαρχία και θα εγκαταλείψει τις σπουδές της στη Νομική. Η συναισθηματική της σύγχυση είναι μεγάλη. Θα στραφεί, ψάχνοντας διέξοδο, στο Θέατρο και αρχίζει σπουδές στην Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου και στη Σχολή Κουνελάκη. Όμως, η ηθοποιία δεν είναι αυτό που ψάχνει. Και πράγματα θα γίνουν ακόμα χειρότερα. Κάποια στιγμή πληροφορείται ότι ο Καρυωτάκης είναι πραγματικά άρρωστος και στενοχωρείται βαθύτατα. Ο ποιητής, όμως, είναι ακόμα θυμωμένος μαζί της από την επιπόλαιη απόφαση του αρραβώνα της, και αρνείται να τη δει, έστω και φιλικά.

«Δε θαρθης πια, τα χέρια μου να σμίξης τα παγωμένα, τα εχθρικά μου χέρια;
Δε θαρθης!…
Πώς αργά περνούν οι μέρες.
Κι όσο συ φεύγεις, τόσο με σιμώνει η γνώριμή μου μοίρα.
Τόσο μόνη, τόσον καιρό με τον καημό κρυφό.»

Σε λίγο καιρό θα εγκαταλείψει τον αρραβωνιαστικό της και θα φύγει για το Παρίσι, όπου θα σπουδάσει υψηλή ραπτική στο Ecole Pigier. Παρά τη γοητεία που ασκεί πάνω της  η γαλλική πρωτεύουσα, δε θα μπορέσει να βρει ηρεμία στην ταραγμένη και σκοτεινή ψυχή της.Η κατάθλιψή της θεριεύει.

«Ούτε κι εδώ στην ξενιτιά που μ’ έχει ρίξει
Καθώς με συγκαλά, της δυστυχίας το κύμα
Βρήκα την ταφική του ναυαγίου γαλήνη.»

Ο κατήφορός της δεν θα έχει σταματημό. Εκεί, στα ξένα προσβάλλεται από φυματίωση.

«Στα στήθη μου βαθιά η πληγή ματώνει
Σα νέο λουλούδι, νοιώθω την ορμή της
Που μου ρουφά τα νειάτα και με λύνει. Το είναι όλο τώρα η δύναμή της
Και θα δουλεύει ανύποπτα για κείνη», γράφει από το νοσοκομείο του Παρισιού, όπου νοσηλεύεται. Θα γυρίσει στην Ελλάδα, προκειμένου να νοσηλευθεί στο σανατόριο «Σωτηρία», σε ένα δωμάτιο μακριά από τους υπόλοιπους ασθενείς.

«Τώρα δεν έχω κάπου πια
Να στρέψω τη θολή ματιά.
Τίποτα δεν προσμένω.
Μόνο το Θάνατο ξανά
Είδα εδώ κάπου να γυρνά
Για κάτι υποσχεμένο.»

Λίγο πριν φύγει για την Πρέβεζα  ο Καρυωτάκης, ύστερα από δυσμενή μετάθεση, λόγω των πολιτικών του φρονημάτων και της προσωπικής του διαμάχης με τον Υπουργό Πρόνοιας, θα πάει να τη δει. Εκείνη πρόσκαιρα ανακτά τη διάθεσή της και γεμίζει ελπίδα.

«Ήρθες!
Ήρθες!
Πλημμύρισε η χαρά μου και η λαχτάρα με σφίγγει να με πνίξη.»

O Καρυωτάκης, όμως, ήρθε για τελευταία φορά. Είχε τη δική του παράσταση να φροντίσει και αυτή βρισκόταν στην τελευταία της πράξη, όπως και η σχέσης τους. Αντί επιλόγου, θα της γράψει μια επιστολή, όπου τις δίνει συμβουλές “να ακολουθεί τις οδηγίες των γιατρών και να προσέχει τη διατροφή της, αν θέλει να νικήσει την αρρώστια”. Λίγες μέρες μετά, στις 21 Ιουλίου 1928, θα δώσει ο ίδιος τέλος στη ζωή του. Η σφαίρα που τον σκότωσε, έδιωξε και κάθε διάθεση για ζωή από την ποιήτρια, η οποία, πλέον, αποφασίζει να πεθάνει κι αυτή ζώντας όσο πιο έντονα γίνεται τις μέρες, που τις απομένουν. Πίνει, καπνίζει, βγαίνει συνεχώς έξω από το νοσοκομείο και αδιαφορεί για τη διατροφή της. Μέσα, όμως, από την ψυχική και τη σωματική της οδύνη θα ωριμάσει ποιητικά και θα εκδοθούν δύο ποιητικές συλλογές, οι «Τρίλιες που σβήνουν» (1928) και η «Ηχώ στο χάος» (1929). Στις “Τρίλιες που σβήνουν”  θα γράψει για τον Κώστα της ίσως τους πιο διάσημους στίχους της:

«Δεν τραγουδώ παρά γιατί μ΄αγάπησες στα περασμένα χρόνια.
Και σε ήλιο, σε καλοκαιριού προμάντεμα
Και σε βροχή, σε χιόνια, δεν τραγουδώ παρά γιατί μ΄αγάπησες….»

Παράλληλα, θα συνδεθεί φιλικά με μεγάλες σύγχρονες της προσωπικότητες των γραμμάτων , όπως τον Γιάννη Ρίτσου, τον Άγγελο Σικελιανό, τον Κώστα Ουράνη, τη Μυρτιώτισσα, κ.α.

Όμως ήδη είναι πολύ αργά.. Ο βίος που διάγει, την σπρώχνει στο τέλος. Η κατάστασή της χειροτερεύει μέρα με τη μέρα και μεταφέρεται εσπευσμένα στην κλινική, όπου στις 29 Απριλίου 1930 θα αφήσει την τελευταία της πνοή. Λέγεται ότι αυτοκτόνησε με ενέσεις μορφίνης, στην επιθυμία της να διατηρήσει εκείνη την “ύστατη πρωτοβουλία” έναντι του «αόρατου αρχαγγελικού θανάτου», που “παράστεκε στο προσκέφαλό της”, όπως θα γράψει το 1945 ο Άγγελος Σικελιανός. Και όμως, το είχε προφητεύσει:

«Θα πεθάνω μίαν αυγούλα μελαγχολική του Απρίλη,
όταν αντικρὺ θανοίγη μες στη γλάστρα μου
δειλά ένα ρόδο – μία ζωούλα.
Και θα μου κλειστούν τα χείλη
και θα μου κλειστούν τα μάτια μοναχά τους, σιωπηλά.»

Σε μια επιστολή, που ανακαλύφθηκε αργότερα στα προσωπικά της αντικείμενα, έγραφε περιγράφοντας τον εαυτό της ότι ήταν «μαύρο ξωτικό, που έχασε το δρόμο του και αντί να ταξιδέψει στον ονειρόκοσμό του, ξέπεσε σε τούτη δω τη γη.» 

Η συμβουλή της ήταν ξεκάθαρη και απλή:

«Μείνετε πάντα παιδιά…..Να ζήσετε τη ζωή σας με τρέλα, να ζήσετε παράλογα, να σκοτώσετε τη λογική που΄ ναι ο φονιάς της χαράς και της ζωής.».

Στον επίλογο έγραφε:

«Αγαπούσα τη ζωή, μα πάντα αυτή μου ΄παιρνε ότι άλλο αγαπούσα. Και ζωή και Χάρος ήμουν…..»

ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΚΛΕΤΣΑΣ
Ο Αθ. Κλέτσας (Σάκης για τους φίλους) είναι κλασσικός φιλόλογος με μεταπτυχιακές σπουδές στην Διοίκηση Εκπαιδευτικών Μονάδων και τη Φιλοσοφία της εκπαίδευσης. Κατάγεται από τις Σέρρες και ζει μόνιμα στη Ρόδο, όπου υπηρετεί πλέον ως Διευθυντής του Σχολείου Δεύτερης Ευκαιρίας. Μιλάει λίγο, γράφει πολύ.
ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ