ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ: ΤΙΤΛΟΙ ΤΕΛΟΥΣ

Τίτλοι τέλους

Η περίφημη φωτογραφία που δείχνει τον ποιητή νεκρό, λίγο μετά την αυτοκτονία του, τραβηγμένη απ' την Αστυνομία της εποχής

«Κάθε πραγματικότης μού ήταν αποκρουστική»: θα μπορούσε κανείς να μιλά και να γράφει ώρες για τον Καρυωτάκη. Ίσως τον τραγικότερο των ποιητών μας. Ο Καρυωτάκης, εκτός απ’ το ότι είναι ο ίδιος μια τραγική φιγούρα, ανήκει και σε μια τραγική γενιά, σε μια τραγική δεκαετία, σε μια τραγική εποχή. Τι να πρωτοσκεφτεί κανείς..!! Έχει μόλις προηγηθεί η Μικρασιατική καταστροφή, ο βίαιος εκπατρισμός χιλιάδων συνανθρώπων του, έχουν συντριβεί όλα τα εθνικά όνειρα όλων των συμπατριωτών του. Αυτές οι πικρές εμπειρίες γεμίζουν τον ποιητή και τους ομότεχνούς του με τάσεις φυγής απ’ την πραγματικότητα. Ο Καρυωτάκης χωρίς πίστη σε κάτι και με αποστροφή για την υποκρισία και την κακία των συνανθρώπων του στην καθημερινή του συνδιαλλαγή, νιώθει το υπαρξιακό του κενό να μεγαλώνει μέρα με τη μέρα…

Ο Καρυωτάκης δεν ήταν κάποια σπουδαία μορφή εν ζωή για τους συγχρόνους του (για όπου ζούσε, τέλος πάντων, γιατί τον είχαν ταράξει στις μεταθέσεις) και η αναγνώριση ήρθε και γι’ αυτόν, όπως συμβαίνει με την πλειοψηφία των καλλιτεχνών, μετά θάνατον. Ένας απλός δημόσιος υπαλληλάκος ήταν, με πενιχρό μισθό, μεγάλο φόρτο εργασίας και κουτσουρεμένη κοινωνική ζωή λόγω εμφάνισης και ύψους (ήταν λεπτοκαμωμένος και κοντός, κάτι που του δημιούργησε ψυχολογικά προβλήματα). Όπως όλοι, όμως, είχε κι αυτός το κοινό του, μικρό σε αριθμό, βέβαια, αλλά κοινό.. και μάλιστα φανατικό…

Στην προσωπική του ζωή ήταν δύσκολος χαρακτήρας, εσωστρεφής και μετρημένος στα λόγια και τις πράξεις του. Είχε λίγους γνωστούς, ακόμα πιο λίγους φίλους και γενικά ήταν ιδεολόγος σε όλα του. Απεχθανόταν τη δουλοπρέπεια, που χαρακτήριζε την ιεραρχία στη δουλειά του, τις «συμμαχίες», τις κακίες και τα πισώπλατα, που έβλεπε να αποτελούν τον κανόνα στην συμπεριφορά των συνανθρώπων του. Και όσο περνούσε ο καιρός το έριχνε περισσότερο έξω στην κραιπάλη και τα κακόφημα μαγαζιά, ενώ ταυτόχρονα κλεινόταν ολοένα στον εαυτό του.

Απαυδισμένος, όπως ήταν, απ’ όσα βίωνε καθημερινά, άρχισε να σκέφτεται όλο και περισσότερο τη φυγή, την εθελούσια έξοδο απ’ τα εγκόσμια, την παραίτηση απ’ τη ζωή. Και σιγά-σιγά πήρε την απόφαση να τα τελειώσει όλα και άρχισε να σκέφτεται τρόπους «διαφυγής». Στην αρχή σκέφτηκε να πάει να πνιγεί… κυριολεκτικά..!!! Δέκα ώρες πάλευε με τα κύματα, αλλά, επειδή ήταν καλός κολυμβητής, ο Ποσειδώνας δεν του ‘κανε τη χάρη και δεν μπόρεσε να πνιγεί. Άτυχος…!!! Η πρώτη προσπάθεια αυτοκτονίας στέφεται με αποτυχία.

Δεν το βάζει, όμως, κάτω και λίγο καιρό μετά θα σκεφτεί μια πιο δραστική λύση και θα πιάσει τα όπλα. Όπως ανέφερε χαρακτηριστικά στο ντοκιμαντέρ του Φρέντυ Γερμανού ο γιος του οπλοπώλη, απ’ τον οποίο ο ποιητής προμηθεύτηκε το όπλο, την προηγούμενη μέρα της αυτοκτονίας ο Κ. αγόρασε ένα περίστροφο τύπου Bayard 9mm, το οποίο όμως λίγες ώρες μετά επέστρεψε, διαμαρτυρόμενος ότι «είχε βλάβη», κάτι που δεν ίσχυε, γιατί ο άπειρος περί τα όπλα καλλιτέχνης είχε ξεχάσει ν’ απασφαλίσει την ασφάλεια…  Το όπλο εκτίθεται ύστερα από δωρεά της οικογένειάς του στο μουσείο Μπενάκη.

Δυόμιση ώρες πριν την αυτοκτονία, γύρω στις 14,30 ο ποιητής πήγε στο παραθαλάσσιο καφενείο «Ο Ουράνιος Κήπος», στη θέση «Βρυσούλα» (σήμερα είναι μπροστά του το ξενοδοχείο Zikas Hotel) και ήπιε μια βυσσινάδα. Ο καφεπώλης, κ. Ντούσις, παραξενεύτηκε, καθότι ο ποιητής του άφησε μπουρμπουάρ 75 δρχ., μια περιουσία», όπως είπε, ενώ το αναψυκτικό κόστιζε 5 δρχ. Στη συνέχεια ζήτησε ένα τσιγάρο «χύμα», μια κόλλα χαρτί και άρχισε να γράφει…

Στις 21 Ιουλίου 1928, λοιπόν, κατά τις 16:30 το απογευματάκι, ο ποιητής άφησε το καφενείο «Ουράνιος Κήπος» της Βρυσούλας και έφτασε στη θέση «Βαθύ» της Μαργαρώνας, 400 μέτρα απόσταση. Έβγαλε το καπέλο του, ξάπλωσε πάνω σ’ αυτό και η συνέχεια γράφτηκε με μια σφαίρα στο στήθος. Εκεί που έπεσε, υπάρχει μια αναμνηστική μαρμάρινη πλάκα, που  γράφει: «Εδώ, στις 21 Ιουλίου 1928 βρήκε τη γαλήνη με μια σφαίρα στην καρδιά ο ποιητής Κώστας Καρυωτάκης». Την ταμπέλα την τοποθέτησε η περιηγητική Λέσχη Πρέβεζας το 1970.

Στην τσέπη του κοστουμιού του ποιητή βρέθηκε η τελευταία επιστολή, που έγραφε τα εξής: «Είναι καιρός να φανερώσω την τραγωδία μου. Το μεγαλύτερό μου ελάττωμα στάθηκε η αχαλίνωτη περιέργειά μου, η νοσηρή φαντασία και η προσπάθειά μου να πληροφορηθώ για όλες τις συγκινήσεις, χωρίς τις περσότερες να μπορώ να τις αισθανθώ. Τη χυδαία, όμως, πράξη που μου αποδίδεται, τη μισώ.

Εζήτησα μόνο την ιδεατή ατμόσφαιρά της, την έσχατη πικρία. Ούτε είμαι ο κατάλληλος άνθρωπος για το επάγγελμα εκείνο. Ολόκληρο το παρελθόν μου πείθει γι’ αυτό. Κάθε πραγματικότης μού ήταν αποκρουστική. Είχα τον ίλιγγο του κινδύνου. Και τον κίνδυνο που ήρθε, τον δέχομαι με πρόθυμη καρδιά». Ήταν ξεκάθαρο ότι υπέφερε.. και υπέφερε πολύ..

Και συνεχίζει το γράμμα ως εξής: «Πληρώνω για όσους, καθώς εγώ, δεν έβλεπαν κανένα ιδανικό στη ζωή τους, έμειναν πάντα έρμαια των δισταγμών τους ή εθεώρησαν την ύπαρξή τους παιχνίδι χωρίς ουσία. Τους βλέπω να έρχονται ολοένα περισσότεροι μαζί με τους αιώνες. Σ’ αυτούς απευθύνομαι.

Και το κύριο μέρος της επιστολής τελειώνει ως εξής: «Αφού εδοκίμασα όλες τις χαρές, είμαι έτοιμος για έναν ατιμωτικό θάνατο. Λυπούμαι αυτούς τους δυστυχισμένους γονείς μου, λυπούμαι τα’ αδέρφια μου. Αλλά φεύγω με το μέτωπο ψηλά. Ήμουν άρρωστος. Σας παρακαλώ να τηλεγραφήσετε, για να προδιαθέση την οικογένειά μου, στο θείο μου, Δημοσθένη Καρυωτάκη, οδός Μονής Προδρόμου, πάροδος Αριστοτέλους, Αθήνας. Κ.Γ.Κ.

Υ.Γ. Και για ν’ αλλάξουμε τόνο. Συμβουλεύω όσους ξέρουν κολύμπι, να μην επιχειρήσουνε ποτέ ν’ αυτοκτονήσουν διά θαλάσσης. Όλη νύχτα απόψε, επί δέκα ώρες, εδερνόμουν με τα κύματα. Ήπια άφθονο νερό, αλλά κάθε τόσο, χωρίς να καταλάβω πώς, το στόμα μου ανέβαινε στην επιφάνεια. Ωρισμένως, κάποτε, όταν μου δοθεί η ευκαιρία, θα γράψω τις εντυπώσεις ενός πνιγμένου. Κ.Γ.Κ.»

Και αφού τέλειωσε την επιστολή, με αργές, αλλά σίγουρες κινήσεις, την έβαλε στην εσωτερική τσέπη του κοστουμιού του και σηκώθηκε να φύγει. Αφού έβαλε την καρέκλα στη θέση της, απομακρύνθηκε προς ένα ήσυχο μέρος , κάπου 400 μέρα από το καφεπωλείο. Να γράψει το φινάλε.

Ο Καρυωτάκης δεν αυτοκτόνησε μόνο και μόνο από αηδία για την κοινωνία που τον περιέβαλλε. Ήταν άρρωστος, όπως αναφέρει και στην επιστολή. Όπως αναφέρθηκε και πιο πάνω, γυρνούσε σε διάφορα ύποπτα μέρη τις νύχτες και κάπου εκεί έξω μια βραδιά κόλλησε σύφιλη, η οποία τότε ήταν μη θεραπεύσιμη. Ήξερε ότι κάποια στιγμή θα πέθαινε. Αργά ή γρήγορα… Απλά αυτός επέλεξε το… γρήγορα. Δεν ήθελε άλλο. Και δικαίωμά του…!!!!

Προηγούμενο άρθροΟ ΠΟΛΕΜΟΣ ΤΩΝ ΗΦΑΙΣΤΕΙΩΝ
Επόμενο άρθροMireille Darc… femme fatale
ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΚΛΕΤΣΑΣ
Ο Αθ. Κλέτσας (Σάκης για τους φίλους) είναι κλασσικός φιλόλογος με μεταπτυχιακές σπουδές στην Διοίκηση Εκπαιδευτικών Μονάδων και τη Φιλοσοφία της εκπαίδευσης. Κατάγεται από τις Σέρρες και ζει μόνιμα στη Ρόδο, όπου υπηρετεί πλέον ως Διευθυντής του Σχολείου Δεύτερης Ευκαιρίας. Μιλάει λίγο, γράφει πολύ.
ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ