Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΣΚΕΨΗ ΤΟΥ ΠΟΛΥΒΙΟΥ

Τη γενικότερη πολιτική κατάσταση που επικρατούσε στις ελληνιστικές ηγεμονίες, ο Πολύβιος την έβλεπε με όρους μιας ευρύτερης και πολυσχιδούς παρακμής, η οποία-κατά τον ίδιο-οφειλόταν στην έκλυση των ηθών, πρωταρχική αιτία για κάθε κακό.

Ο Πολύβιος (περ. 203 π. Χ.-120 π. Χ.), ήταν ο επιφανέστερος ιστορικός της Ελληνιστικής εποχής και μια σπουδαία, γενικά, μορφή μεταξύ των συγχρόνων του.  Ως γόνος οικογένειας αριστοκρατών μεγαλογαιοκτημόνων από την Μεγαλόπολη της Αρκαδίας διαμόρφωσε πολιτικές αντιλήψεις άμεσα επηρεασμένες από την ταξική του προέλευση και αναδείχθηκε σε γνήσιο εκφραστή των συμφερόντων της άρχουσας τάξης της πόλης του, μία πόλη-μέλος της Αχαϊκής Συμπολιτείας με μεγάλη δύναμη την εποχή εκείνη, όπου η αδιατάρακτη κυριαρχία των ανώτερων οικονομικά στρωμάτων στα πολιτικά δρώμενα ήταν συνεχής επιδίωξη και παγιωμένη κατάσταση, αλλά ταυτόχρονα και πόλη σε κατάσταση συνεχούς πολεμικής προετοιμασίας και ετοιμότητας λόγω των κοινωνικών αναστατώσεων και των πολεμικών συγκρούσεων στην περιοχή. Από αυτές ακριβώς τις κοινωνικές αναστατώσεις και τις συγκρούσεις η ελληνική άρχουσα τάξη διείδε στους Ρωμαίους τη μεγάλη δύναμη, που θα λειτουργούσε ως ασπίδα προστασίας και ως εγγύηση των συμφερόντων τους. Μέσα σ’ αυτό το πολιτικό καμβά και από αυτό το προσδιορισμένο ταξικά κοσμοαντιληπτικό πρίσμα ο Πολύβιος περιγράφει τα γεγονότα των «Ιστοριών» του επιδιώκοντας μεν την αμεροληψία (την «υπερταξική» αμεροληψία, όπως τη χαρακτήρισαν πολλοί σύγχρονοι ιστορικοί, στην ουσία, όμως, το υποκειμενικό στοιχείο είναι έντονο και η αρχή αυτή της «αμεροληψίας» χρησιμεύει στην περίπτωση του Πολύβιου ως άλλοθι για την προάσπιση του τότε υπάρχοντος κοινωνικού και πολιτικού status quo).

Για να γίνει περισσότερο κατανοητό τα πλέγμα των πολιτικών απόψεων του Πολύβιου, είναι απαραίτητη η επισήμανση των επιρροών που δέχθηκε από τρεις μεγάλες προσωπικότητες της εποχής του, που θαύμαζε ιδιαίτερα: τον Άρατο, πολιτικό και στρατηγό από τη Σικυώνα (271-213 π. Χ.), τον Φιλοποίμενα και τον πατέρα του, Λυκόρτα. Στην πολιτική σκέψη και των τριών κυριαρχούσε η ενότητα όλων των Πελοποννησιακών πόλεων μέσα και μόνο στο πλαίσιο της Αχαϊκής Συμπολιτείας, σκοπό στον οποίο αφιέρωσαν όλη τη δράση τους. Ειδικά χάρη στους δύο πρώτους ο συνασπισμός δεν κατέρρευσε παρά τους κλυδωνισμούς που επέφεραν τόσο η κοινωνικο-πολιτική κρίση της εποχής όσο και το αντίπαλο δέος, η Σπάρτη. Η προσωπικότητα του Άρατου παρέπεμπε περισσότερο σε διπλωμάτη πολιτικό παρά σε στρατιωτικο-πολιτικό και το κύρος του ήταν τόσο μεγάλο, ώστε να του συγχωρούνται επανειλημμένα λάθη στρατιωτικής τακτικής, ακόμα και αν κάποιες φορές κόστιζαν στη Συμπολιτεία. Γενικά, όμως, οι διαπραγματευτικές του ικανότητες, οι δολοπλοκίες και η προτίμησή του για ευκαιριακές και τυχοδιωκτικές συμμαχίες κράτησαν ζωντανή τη Συμπολιτεία.

Η δράση του Άρατου-όχι τόσο η στρατιωτική (για τη μη ανάληψη στρατιωτικής δράσης, αλλά και για την εν γένει απουσία τόλμης από τη μεριά του Άρατου και τους λόγους αυτής βλ. περισσότερα στην Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Τομ. Δ’, 1973), όσο η διπλωματική και η παρασκηνιακή- πέρα από το πλήθος ελληνικών πόλεων που οδήγησε στον  Αχαϊκό συνασπισμό, διέσωσε τη Συμπολιτεία από τη λαίλαπα των μεταρρυθμίσεων του Κλεομένη. Ο αναδασμός της γης, η «αποκοπή» (παραγραφή) των χρεών, η παραχώρηση πολιτικών δικαιωμάτων σε μέτοικους και δούλους αποτέλεσαν συνθήματα, που εκείνη την εποχή διαπέρασαν όλες τις πελοποννησιακές πόλεις ξεσηκώνοντας το λαό. Ο Άρατος, προκειμένου να διατηρηθεί το κοινωνικό status quo και η ανώτερη τάξη να διατηρήσει τα προνόμια και την περιουσία της, δε δίστασε σ’ εκείνη τη δύσκολη συγκυρία, να ζητήσει τη βοήθεια Μακεδόνων βασιλέων, του Αντίγονου του Δώσωνα και του Φιλίππου του Ε’ (οι οποίοι σε μικρό χρονικό διάστημα κατανίκησαν τους εχθρούς της Συμπολιτείας [Σπαρτιάτες και Αιτωλείς]), δίνοντας, έτσι, την ευκαιρία στους Μακεδόνες να εγκαταστήσουν πάλι (και αυτή τη φορά οριστικά) φρουρές στην Πελοπόννησο. Η καιροσκοπική αυτή στάση του Άρατου δεν ήταν καθόλου τυχαία και υπαγορευόταν από τις έντονες και διαρκείς κοινωνικο-πολιτικές αναστατώσεις που επέφερε η κρίση του κλασικού κόσμου και η παρακμή των ελληνικών πόλεων: η γη είχε περιέλθει στα χέρια των λίγων,  το χάσμα μεταξύ πλούσιων και φτωχών ήταν τεράστιο, οι ελεύθεροι πολίτες μειώθηκαν δραματικά ενώ, παράλληλα, οι πολεμικές συγκρούσεις και οι επιδρομές ήταν σε ημερήσια διάταξη.  Η κατάσταση για την άρχουσα τάξη έγινε ακόμα πιο δύσκολη με τον ερχομό του Κλεομένη, ο οποίος εμπνεόμενος από έναν εξισωτικό ουτοπισμό-ένα ρεύμα σκέψης ευρέως διαδεδομένο σε αρκετούς κύκλους πολιτικών και φιλόσοφων της ελληνιστικής περιόδου-επιδίωξε ρηξικέλευθες μεταρρυθμίσεις κατά τα πρότυπα του Σόλωνα, του Κλεισθένη και του Λυκούργου, και σχέδια που παρέπεμπαν σε κοινωνίες κοινοκτημοσύνης και επιστροφή στα κλασικά ιδεώδη. Ο Άρατος, αντίθετα, είχε ως σκοπό του τη σταθερή δημοκρατία των πόλεων-κρατών σε μια ευρεία συμμαχία υπό την προστασία ενός ισχυρού στρατιωτικά μονάρχη, ο οποίος θα αναχαιτίζει τις εξωτερικές απειλές ή θα καταστέλλει τους εσωτερικές αναταραχές που θα στοχεύουν στην ανατροπή των κοινωνικο-οικονομικών δομών. Έτσι, τόσο οι Πτολεμαίοι όσο και οι βασιλείς της Μακεδονίας Αντίγονος ο Δώσων και Φίλιππος ο Ε’ στήριξαν-με τα ανάλογα ανταλλάγματα-την υλοποίηση του σχεδίου του, παρά την αντιπάθεια που έτρεφε προς τη μοναρχία λόγω των περιορισμών που αυτή επέβαλε στην οικονομική και πολιτική ανάπτυξη της άρχουσας τάξης. Η επίδραση της «σχολής» του Άρατου στον τρόπο πολιτικής σκέψης του Πολύβιου ήταν σε τόσο υπερβολικό βαθμό έντονη, ώστε ο ιστορικός είχε την ψευδαίσθηση ότι θα μπορούσε η πολιτική του Άρατου να ευδοκιμήσει ακόμα και πριν τη μάχη της Πύδνας. Ο τρόπος, με τον οποίο αντιλαμβάνονταν την πολιτική οι δύο άνδρες, ήταν κοινός, αν εξαιρέσει κανείς την ποιότητα των μεθόδων που χρησιμοποιούσαν (και παρά το ότι ο ιστορικός είχε καταλογίσει δειλία στο «ίνδαλμά» του ˙ βέβαια, ούτε και ο ίδιος ήταν πολεμιστής).

Οι δύο άλλες μεγάλες μορφές που επηρέασαν έντονα τον Πολύβιο στη διαμόρφωση πολιτικής σκέψης ήταν ο Φιλοποίμενας και ο Λυκόρτας (διαδέχθηκαν με τη σειρά τον Άρατο στη στρατηγία της Συμπολιτείας). Διαπνέονταν από τον ίδιο πολιτικό ρεαλισμό επιδιώκοντας συμμαχίες με ισχυρούς παράγοντες (κυρίως τους Πτολεμαίους) αποφεύγοντας, παράλληλα, να συγκρουστούν ανοικτά με τους βασιλείς της Μακεδονίας, αλλά διέφεραν σε μεγάλο βαθμό από τις πρακτικές του προκατόχου τους: ήταν και οι δύο πολεμιστές, υπέρμαχοι της στρατιωτικής αναμέτρησης με πολλές θεωρητικές γνώσεις τακτικής στο πεδίο των μαχών. Ο Φιλοποίμενας  διαδέχθηκε τον Άρατο ως στρατηγός και αναβάθμισε σε τέτοιο επίπεδο το στράτευμα της Συμπολιτείας, ώστε επί των ημερών του δεν ήταν απαραίτητη η προστασία κάποιου μονάρχη. Ο Λυκόρτας, πολιτικός, στρατηγός της Συμπολιτείας και πατέρας του Πολύβιου, διαδέχθηκε τον Φιλοποίμενα και ακολούθησε την πολιτική του Άρατου συμμαχώντας με τους Πτολεμαίους. Η εμμονή του σ’ αυτή τη συμμαχία, όμως, θα είχε ακριβό αντίτιμο, καθώς η χρονική συγκυρία ευνοούσε τους Ρωμαίους, που αναδεικνύονταν σε νέα μεγάλη μεσογειακή δύναμη, και ήταν αρνητική για την Αίγυπτο, που έμπαινε σε φάση παρακμής. Η πολιτική συμμαχίας με τους Πτολεμαίους, που χάραξε ο Άρατος και βασιζόταν στην πεποίθηση της αναγκαιότητας για προστασία μέσω μιας ισχυρής πολιτικής συμμαχίας, είχε διαποτίσει τόσο πολύ τον Πολύβιο, ώστε ακόμα και κατά τη διάρκεια της ομηρίας του στη Ρώμη είχε την ψευδαίσθηση μιας συμμαχίας με τους Πτολεμαίους υπέρ της ελευθερίας των ελληνικών πόλεων.

Η πολιτική σκέψη του πρακτικού και εμπειρικού Πολύβιου επηρεάστηκε βαθιά από μία ακόμα μεγάλη προσωπικότητα της εποχής, τον Παναίτιο τον Ρόδιο, έναν από τους σπουδαιότερους φιλοσόφους του 2ου π. Χ. αι., δάσκαλο του Κικέρωνα και σημαντικότερο εκπρόσωπο του Στωικισμού εκείνο τον καιρό στη Ρώμη. Όμως, παρά τις επιρροές του, η βασική του επιδίωξη ήταν αυτή της κοινωνικής ειρήνης με οποιοδήποτε τίμημα. Ο Πολύβιος διέθετε πολιτικό ρεαλισμό, είχε πλήρη συναίσθηση της ιεραρχίας της ισχύος και απεχθανόταν τις χιμαιρικές επιδιώξεις και τα ουτοπιστικά οράματα. Γι’ αυτό και ως μέλος της ελληνικής άρχουσας τάξης θεωρούσε την έλευση των Ρωμαίων ως την ιδανική λύση στο πρόβλημα των κοινωνικών εξεγέρσεων στον ελληνικό χώρο, οι οποίοι με τον τερματισμό των αναστατώσεων που επέβαλαν, εγγυήθηκαν σιωπηρά την διασφάλιση των συμφερόντων των πλουσίων, καθώς, άλλωστε, πάντα υποστήριζαν τα ανώτερα στρώματα στις Ελληνικές πολιτείες, μιας και αυτά αποτελούσαν ισχυρό βοηθητικό όπλο-ειδικά την εποχή πριν από την επικράτηση τους επί των Μακεδόνων. Από την άλλη, η Ρώμη ήταν μια ελεύθερη πόλη-κράτος, ένα πολιτικό μόρφωμα που ταίριαζε πιο πολύ στις πολιτικές αντιλήψεις του και η επικράτησή της απέδειξε την ανωτερότητα του μορφώματος αυτού σε σχέση με τη βασιλεία και δεν ήταν λίγοι αυτοί που εκλάμβαναν την επικράτηση της Ρώμης με όρους πολιτικής αντεκδίκησης. Επίσης, απεχθανόταν και την τυραννία (που επιβαλλόταν με μεταρρυθμιστικά κινήματα υπέρ των φτωχών) και πίστευε ότι και μόνο το όνομα «τύραννος» φανερώνει την «μέγιστη ασέβεια» και εμπεριέχει «όλα τα ανθρώπινα αδικήματα και κακουργήματα», ενώ παρόμοια συναισθήματα έτρεφε και για τη μοναρχία, γιατί πίστευε ότι οι μονάρχες είναι εντελώς αναξιόπιστοι και εξυπηρετούν αποκλειστικά τα δικά τους συμφέροντα, ενώ όσοι επιλέγονταν ως προστάτες, εφάρμοζαν καιροσκοπική πολιτική και δεν μπορούσαν τελικά να εγγυηθούν την ασφάλεια των πόλεων.

Τη γενικότερη πολιτική κατάσταση, που επικρατούσε στις ελληνιστικές ηγεμονίες, την έβλεπε με όρους μιας ευρύτερης και πολυσχιδούς παρακμής, η οποία-κατά τον ίδιο-οφειλόταν στην έκλυση των ηθών, πρωταρχική αιτία για κάθε κακό. Η στάση αυτή παρά την αποστροφή του προς το βερμπαλισμό και τις ρητορείες, φανερώνει τόσο την επίδραση που είχαν στην πολιτική του σκέψη οι ηθικολογικές τάσεις της εποχής του όσο και το πόσο επιτακτική θεωρούσε την εφαρμογή ηθικών κριτηρίων στην ιστορία και την πολιτική.

Ο Πολύβιος έτρεφε ιδιαίτερη εκτίμηση για τους πολιτικούς ηγέτες που σέβονταν τους ηττημένους και είχε την πεποίθηση ότι οι μέθοδοι κατάκτησης που διακρίνονταν από τέτοια φιλάνθρωπη στάση και μετριοπάθεια, απέβαιναν τελικά προς όφελος των νικητών. Και αυτήν την πολιτική άποψη προσπαθεί να εμποτίσει στη ρωμαϊκή άρχουσα τάξη, με την οποία συσχετιζόταν, προκειμένου να αποφευχθούν οι άσκοπες λεηλασίες και καταστροφές. Στο 5ο βιβλίο του (9-10) αναφέρει τέτοια παραδείγματα πολιτικής σεβασμού που εφάρμοσαν κορυφαίοι πολιτική άνδρες όπως ο Φίλιππος ο Β’, ο Αλέξανδρος και ο Αντίγονος ο Δώσων. Αυτή η αντίληψη, άλλωστε, εξυπηρετούσε και τα οικονομικά συμφέροντα των Σκιπιώνων (μαζί τους ο Πολύβιος συσχετίστηκε άμεσα), οι οποίοι ενδιαφέρονταν ιδιαίτερα για την ομαλή διεξαγωγή του εμπορίου και γι’ αυτό το λόγο διαμόρφωσαν μια πολύ συγκεκριμένη άποψη σχετικά με το ρόλο της Ρώμης ως κατακτήτριας: ο πανίσχυρος στρατός της πρέπει πρώτα απ’ όλα να διαδραματίζει το ρόλο διεθνούς αστυνομικής δύναμης, που θα ελέγχει τους στρατηγικούς εμπορικούς κόμβους και όχι ανηλεούς κατακτητή, που θα εξοντώνει τον ηττημένο, ο οποίος εκτός από φορολογούμενος είναι και εν δυνάμει πελάτης και ίσως κ μελλοντικός εμπορικός εταίρος. Γι’ αυτό και η επιδιωκόμενη πολιτική σύμφωνα με τον Πολύβιο έπρεπε να είναι η διασφάλιση των θαλάσσιων οδών-μέσω της πάταξης της πειρατείας-και της κοινωνικής «ηρεμίας»-μέσω της καταστολής των κοινωνικών αναταραχών, την παραχώρηση σχετικής αυτονομίας και την επιβολή ήπιων φορολογικών μέτρων.

Η κρίση της πόλης-κράτους (ως κοινωνικοπολιτικό μόρφωμα) άρχισε τον 4ο αι. π. Χ. στην Ελλάδα. Οι αιτίες ήταν νομοτελειακά οι ίδιες με αυτές που υπήρχαν στη Ρώμη 200 με 300 χρόνια αργότερα και εστιάζονται στην πτώχευση της μεγάλης μάζας των ελεύθερων παραγωγών και τη συγκέντρωση των γαιών στα χέρια μιας γαιοκτημονικής ολιγαρχίας με αποτέλεσμα-οικονομικά-την καθολική χρήση δούλων και-πολιτικά-την πλήρη απαξίωση της ιδεολογίας της πόλης. Ιδεολογικά, η κρίση της πόλης  έφερε στην επιφάνεια τις νέες ιδέες του κοσμοπολιτισμού και του Στωικισμού, που αντικατέστησαν την ιδεολογία της πόλης-κράτους των κλασικών. Αυτές τις νέες ιδέες της Ελληνιστικής εποχής εκφράζει η θεωρία της «μέσης πολιτείας» του Πολύβιου, η οποία είναι εν πολλοίς βασισμένη στις αντιλήψεις του Αριστοτέλη σχετικά με την ανάγκη για μια μέσης μορφής διακυβέρνηση, όπως αυτή εκφράζεται στα «Πολιτικά» του, όπου παραθέτονται ως παραδείγματα «μέσης διακυβέρνησης» τα πολιτεύματα της Σπάρτης, της Αθήνας επί Σόλωνα και της Κρήτης. Όμως η θεωρία του ιστορικού της Ελληνιστικής εποχής έχει μία θεμελιώδη διαφορά από την αντίστοιχη του Σταγιρίτη φιλοσόφου, ο οποίος ισορροπεί στο μεταίχμιο ανάμεσα στους κλασικούς και τους Ελληνιστικούς χρόνους· η αριστοτελική «μέση πολιτεία» περιορίζεται στο στενό πλαίσιο της ιδεολογίας της πόλης-κράτους. Η αντίστοιχη πολιτεία του ιστορικού από τη Μεγαλόπολη είχε ως βάση της το Ρωμαϊκό πολίτευμα και τη μετατροπή της Ρώμης σε μεγάλη μεσογειακή δύναμη πέρα από τα στενά όρια της πόλης. Αυτό που στην ουσία αντιπρότεινε ο Πολύβιος ήταν μια σταθερή ρωμαϊκή εξουσία, μέσω της οποίας θα εκφραζόταν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο η ιδέα της μέσης πολιτείας βάσει ενός συνδυασμού μοναρχικών, αριστοκρατικών και δημοκρατικών στοιχείων.

Το πιο σημαντικό και χαρακτηριστικό βιβλίο για την κατανόηση της πολιτικής σκέψης του Πολυβίου είναι το 6ο, στο οποίο ουσιαστικά διακόπτεται η αφήγηση των ιστορικών γεγονότων που είχαν λάβει χώρα έως το τέλος του 5ου βιβλίου (και συνεχίζονται από το 7ο και εξής), ενώ αρχίζει την ανάλυση των πολιτευμάτων και ιδιαίτερα του ρωμαϊκού: «…εἰς τοῦτον ἀπεθέμεθα τόν καιρόν τόν ὑπέρ τῆς προειρημένης [ρωμαϊκής] πολιτείας ἀπολογισμόν…» (Πολυβίου Ιστοριών ΣΤ’, 2.1) [μτφρ: «…φύλαξα για αυτήν την στιγμή[1] τον λόγο που είχα προϋποσχεθεί για το Ρωμαϊκό πολίτευμα…»]. Είναι το σημείο, όπου αποφασίζει να υλοποιήσει όσα είχε διακηρύξει στην «Εισαγωγή» των Ιστοριών του: «…ἐν ἧ τούτο κάλλιστον ἔφαμεν, ἅμα δ’ ὠφελιμώτατον εἶναι τῆς ἡμετέρας ἐπιβολής τοῖς ἐντυγχάνουσι τῆ πραγματείᾳ τό γνῶναι και μαθεῖν πῶς καί τινί γένει πολιτείας ἐπικρατηθέντα σχεδόν απάντα τά κατά την οἰκουμένην ἐν οὐδ’ ὅλοις πεντήκοντα καί τρισίν ἔτεσιν ὑπό μίαν ἀρχήν τήν Ρωμαίων ἔπεσεν, ο πρότερον οὐχ εὑρίσκεται γεγονός.» (Ιστ. ΣΤ’, 2.1) [μτφρ: «… τότε είπα ότι αυτό ήταν το ωραιότερο και το πιο ωφέλιμο μέρος της  συμβολής μου σε όσους πάρουν στα χέρια τους την πραγματεία (αυτή), το να γνωρίσουν δηλαδή και να καταλάβουν πώς και από ποιο είδος πολιτεύματος υποτάχθηκαν στην μία εξουσία των Ρωμαίων σχεδόν όλα (τα έθνη) όσα υπάρχουν στην οικουμένη σε λιγότερο από πενήντα τρία χρόνια, γεγονός χωρίς προηγούμενο»].

Στη συνέχεια του ίδιου κεφαλαίου και αφού τονίσει την αναγκαιότητα παρόμοιας θεώρησης τόσο των πολιτευμάτων όσο και των μεταπτώσεων στην ανθρώπινη τύχη («καθάπερ <γάρ> οἱ κατ’ ἰδίαν ὑπέρ τῶν φαύλων ἤ τῶν σπουδαίων ἀνδρῶν ποιούμενοι τάς διαλήψεις…. ποιοῦνται τάς ἐπισκέψεις, ἀλλ’ ἐκ τῶν ἐν ταῖς ἀτυχίας περιπετειῶν καί τῶν ἐν ταῖς ἐπιτυχίες κατορθωμάτων…….. τόν αὑτόν τρόπον χρῆ θεωρεῖν καί πολιτείαν», Ιστ. ΣΤ’, 2.1, 5-7) [μτφρ: γιατί όπως ακριβώς εκείνοι που σχηματίζουν προσωπική γνώμη για τους κακούς και τους άξιους άνδρες….. εξετάζουν τις μεταπτώσεις τους στις ατυχίες και τις επιτυχίες τους,, ….. , με τον ίδιο τρόπο πρέπει να γίνεται και η θεώρηση του πολιτεύματος»], καταλήγει σε έναν αναλογικό συλλογισμό και βασικό άξονα των πολιτικών του πιστεύω: η «τέρψις» και η «ὠφέλεια» έχουν ήδη οριστεί από τους ιστορικούς ως το ζητούμενο για τον αναγνώστη ενός ιστορικού έργου (είναι η προκείμενη που σχεδόν λείπει από τον συλλογισμό, αλλά εννοείται εύκολα). Αυτές επιτυγχάνονται, όταν γίνεται διερεύνηση των αιτιών και εκλογή του καλύτερου  για την επιτυχία ή μη κάθε πράγματος. Αιτία για αυτήν την επιτυχία ή μη κάθε πράγματος (την ακμή ή την παρακμή κάθε λαού) είναι η σύσταση του πολιτεύματος. Το κείμενο έχει ως εξής: «Ὅτι τό ψυχαγωγοῦν ἅμα καί τήν ὠφέλειαν τοῖς φιλομαθοῦσι [τούτ’] ἐστί  τῶν αἰτιῶν θεωρία καί τοῦ βελτίονος ἐν ἑκάστοις αἵρεσις. Μεγίστην δ’ αἰτίαν ἡγητέον ἐν ἅπαντι πράγματι καί πρός ἐπιτυχίαν καί τουναντίον τήν τῆς πολιτείας σύστασιν·» (Ιστ. ΣΤ’, 2.1, 8-9) [μτφρ: «Εκείνο που τέρπει και την ίδια στιγμή ψυχαγωγεί στους φιλομαθείς αναγνώστες, είναι αυτό: η διερεύνηση των αιτιών και η εκλογή του καλύτερου σε κάθε περίσταση. Και πρέπει να θεωρηθεί η σύσταση του πολιτεύματος ως η κυριότερη αιτία και για την επιτυχία και για το αντίθετό της σε όλα τα πράγματα»].

Σκοπός του είναι μέσα από συγκεκριμένες πολιτικές συνθήκες που επικρατούν στον Ελληνιστικό κόσμο και την ανάλυση των πολιτευμάτων γενικά, αλλά και των ελληνικών πόλεων ειδικότερα να φτάσει σε ένα πρώτο συμπέρασμα διατυπώνοντας την άποψη πως το μόνο σύνταγμα που αξίζει να μελετηθεί ιδιαίτερα είναι το σπαρτιατικό, γατί η νομοθεσία του Λυκούργου ήταν η μόνη που ήταν σε θέση να εξασφαλίσει και να παράσχει στον πολίτη μια ήσυχη ζωή. Η ισχύ της, όμως, παύει σε συνθήκες εκτός πόλης-κράτους και γι’ αυτό-σύμφωνα με τον Πολύβιο-δεν μπόρεσε η Σπάρτη να εγκαθιδρύσει μια πανελλήνια ηγεμονία. Με αυτό το συμπέρασμα ως δεδομένο (κρίση του κλειστού πολιτικού συστήματος) και αφού έχοντας παρουσιάσει τις υπόλοιπες Ελληνιστικές συνθήκες διακυβέρνησης, καταλήγει στην άποψη ότι το καλύτερο συνταγματικό σύστημα είναι πλέον το ρωμαϊκό και μόνο η Ρώμη έχει τη δυνατότητα να δημιουργήσει και να επιβάλλει την ηγεμονία της (μια πιο «ελαστική» μορφή διακυβέρνησης, όπως τη χαρακτηρίζει ο Τσιμπουκίδης, ώστε να εξασφαλιστεί η ηγεμονία της άρχουσας τάξης σ’ όλη την επικράτεια.

Οι βασικές πολιτικές θεωρίες που κυριαρχούν όχι μόνο στο 6ο βιβλίο, αλλά σ’ όλο το έργο του είναι αυτές της ανακύκλησης και του μικτού πολιτεύματος. Και οι δύο δεν είναι καινούριες ούτε αποδίδεται στον Πολύβιο η πατρότητά τους. Στο έργο του, όμως, αποκρυσταλλώθηκαν και τελειοποιήθηκαν παίρνοντας την οριστική τους μορφή. Στο χωρίο 3.5 του 6ου  διακρίνει τρεις τύπος πολιτευμάτων, που ήδη αναλύθηκαν από τους φιλόσοφους, τη βασιλεία, την αριστοκρατία και τη δημοκρατία: «…περί τῶν τοιούτων τρία γένη λέγειν πολιτειῶν, ὧν τό μέν καλοῦσι βασιλείαν, τό δ’ ἀριστοκρατίαν, τό δέ τρίτον δημοκρατίαν…» [για τα πράγματα αυτά λένε ότι υπάρχουν τρία είδη πολιτευμάτων, εκ των οποίων το ένα το αποκαλούν βασιλεία, το άλλο αριστοκρατία, το τρίτο δημοκρατία»] και, αφού παρεμβάλλει μία ρητορική ερώτηση σχετικά τη μοναδικότητα και την ποιότητά τους, παραθέτει την άποψή του σχετικά με το άριστο πολίτευμα: «…δῆλον γάρ ὡς ἀρίστην μέν ἡγητέον πολιτείαν τήν ἐκ πάντων τῶν προειρημένων ἰδιωμάτων συνεστῶσαν.» [μτφρ: «Είναι φανερό ότι άριστο πολίτευμα πρέπει να θεωρείται αυτό που περιλαμβάνει όλες τις παραπάνω ιδιότητες»].

Και αυτό το ιδιότυπο πολιτειακό καθεστώς-βασισμένο σε ένα πολιτειακό συγκρητισμό-το εφάρμοσε στην πράξη, όπως αναφέρεται από τον Πολύβιο, ο Λυκούργος, ο οποίος θεμελίωσε το Σπαρτιατικό πολίτευμα, το ιδανικό κατά την άποψη του ιστορικού.

Στη συνέχεια και αφού ξεχωρίσει τις τρεις αρνητικές εκφάνσεις των πολιτευμάτων αυτών: τη μοναρχία, την ολιγαρχία και την οχλοκρατία (Ιστ. ΣΤ’, 3.9-12,4.1-7), κάνει αναφορά στην κυκλική πορεία, την οποία ακολουθούν τα τρία πολιτεύματα διαδεχόμενα το ένα το άλλο: «…πρώτη μέν οὗν ἀκατασκεύως καί φυσικῶς συνίσταται μοναρχία, ταύτῃ δ’ ἕπεται ….. ἀποπληροῦται σύν χρόνοις ὀχλοκρατία…» [μτφρ: Πρώτη, λοιπόν, σε φυσική πρωτόγονη κατάσταση, έρχεται η μοναρχία, την ακολουθεί… , ξεπετιέται με τον καιρό της η οχλοκρατία»].

Στην αμέσως επόμενη ενότητα μνημονεύει τον Πλάτωνα, ο οποίος επίσης είχε αναλύσει το θέμα της αρνητικής μεταβολής των πολιτευμάτων, αλλά δεν προχώρησε σε μία ολοκληρωμένη θεώρηση της κυκλικής πορείας, καθώς στο συλλογισμό του δεν είχε θέσει ποτέ ζήτημα επιστροφής στο σημείο αφετηρίας. Τις πλατωνικές αυτές απόψεις τις γνώριζε ο Πολύβιος, όπως φαίνεται από το χωρίο: «Ἀκριβέστερον μέν οὗν ἴσως ὁ περί τῆς κατά φύσιν μεταβολής τῶν πολιτειῶν εἰς ἀλλήλας διευκρινεῖται λόγος παρά Πλάτωνι καί τοῖς ἑτέροις τῶν φιλοσόφων….» (Ιστ. ΣΤ’, 5.1) [μτφρ: «Ίσως, λοιπόν, η θεωρία για τη φυσική μεταβολή των πολιτευμάτων στις άλλες της μορφές διευκρινίζεται ακριβέστερα από τον Πλάτωνα και κάποιους άλλους φιλόσοφους…»].

Την εποχή του Πολύβιου η αντίληψη για τη φυσική φθορά των πολιτευμάτων (θεωρία που διατυπώθηκε από τον Ηράκλειτο και τον Αναξίμανδρο και εκφράστηκε σαφέστερα από τους Πυθαγόρειους και τον Ηρόδοτο) ήταν δεδομένη και μορφοποιημένη ήδη από τον Πλάτωνα, ενώ οι Στωικοί της προσέδωσαν την κυκλική πορεία και σίγουρα επηρέασαν τον Πολύβιο-και ειδικά ο Παναίτιος-με τον οποίο ο ιστορικός συζητούσε πολύ συχνά διάφορα πολιτικά θέματα. Αυτή η ανακύκληση, όμως, θα μπορούσε να πάψει να είναι διαρκής και αέναη. Και αυτό θα ήταν δυνατό να επιτευχθεί μόνο με την επιβολή του μικτού πολιτεύματος, την επινόηση του ιδιοφυούς  Λυκούργου, προκειμένου να αποφεύγονται οι φυσικές εκτροπές του κάθε πολιτεύματος και να επικρατήσει πολιτική ισορροπία και σταθερότητα (βλ. και Ιστορία Ελληνικού Έθνους, Τομ. Δ’, 1973, 365): «..ἅ προϊδόμενος Λυκούργος οὐχ ἁπλῆν ουδέ μονοειδῆ συνεστήσατο τήν πολιτείαν, ἀλλά πάσας ὁμοῦ συνήθροιζε τάς ἀρετάς καί τάς ἰδιότητας τῶν ἀρίστων πολιτευμάτων, ἵνα μηδέν αὐξανόμενον ὑπέρ τό δέον εἰς τάς συμφυεῖς ἐκτρέπηται κακίας…» (Ιστ. ΣΤ’, 10.6-7) [μτφρ: «… έχοντας αυτά υπόψη του ο Λυκούργος, συγκρότησε πολίτευμα όχι απλό και μονότροπο, αλλά συγκέντρωνε όλες μαζί τις αρετές και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των άριστων πολιτευμάτων, για να μην αυξάνεται πέρα απ’ όσο πρέπει κανένα και πέφτει στην σύμφυτή του άθλια μορφή…»].

Ο Πολύβιος θα πρέπει να γνώριζε και το Β’ βιβλίο από τα Πολιτικά του Αριστοτέλη, στο οποίο το Σπαρτιατικό πολίτευμα προσδιορίζεται ως μία αρμονική ένωση μοναρχικών (βασιλείς), αριστοκρατικών (γερουσία) και δημοκρατικών (έφοροι που εκλέγονται με καθολική ψηφοφορία) στοιχείων. Στα «Ηθικά Νικομάχεια», εξάλλου, ο φιλόσοφος προσβλέπει με ιδιαίτερα θετική διάθεση σ’ ένα μοναρχικό καθεστώς, όπου ο μονάρχης είναι ένας νηφάλιος φιλόσοφος (άποψη που ίσως απηχεί την κρυφή του επιθυμία για ένα ενιαίο μοναρχικό κράτος στην Ελλάδα). Η άποψη αυτή, όμως σύντομα εγκαταλείφθηκε απ΄ τον Σταγειρίτη υπέρ της μέσης πολιτείας, η οποία επρόκειτο να εφαρμοστεί στο πλαίσιο της πόλης-κράτους, της ιδανικότερης-κατά τον ίδιο-μορφής πολιτείας. Αυτό το πλαίσιο εφαρμογής ήταν και κατά τον Πολύβιο το μεγάλο πρόβλημα αυτής της θεωρίας, γιατί η εποχή του αποτελείται από αυτοκρατορίες και το πολιτικό μοντέλο της πόλης-κράτους έχει παρέλθει ανεπιστρεπτί.

Σχετικά με το μικτό πολίτευμα υπήρχε μία παράμετρος που μόνο ο Αριστοτέλης είχε συλλάβει, καθώς πέρα από την πολιτειακή οργάνωση προσδιόριζε και την κοινωνική τάξη που θα το επέβαλλε αναφέροντας τα μεσαία οικονομικά στρώματα, τους μικροϊδιοκτήτες γης και τους κατόχους μικρού αριθμού δούλων, που δε θα επέτρεπαν την εκτροπή του πολιτεύματος σε ακραία δημοκρατία (όπως στην Αθήνα, όπου θα ευνοούνταν οι φτωχοί) ή σε ολιγαρχία (με ανάδειξη των εύπορων). Γενικά, ο Αριστοτέλης θεωρούσε ότι η πολιτική δραστηριότητα των ατόμων καθοριζόταν από την οικονομική τους τάξη. Το ίδιο πίστευε και ο Πλάτωνας (βλ. Πολιτεία, Δ’ 422ε-423α, Η’ 555). Και σε μια δημοκρατία (όπου κύριο χαρακτηριστικό της είναι η συμμετοχή όλων των πολιτών στις τρεις εξουσίες) η αριθμητική υπεροχή των φτωχών θα τους εξασφάλιζε πλήρη εξουσία και θα έφερνε σε δυσχερή θέση τις ανώτερες τάξεις, προς τις οποίες-σύμφωνα με τον Αριστοτέλη-οι φτωχοί πάντα διάκεινται εχθρικά. Γι’ αυτό ήταν επιβεβλημένη η ενίσχυση της πολιτειακής νομοθεσίας με νόμους που θα αντιστάθμιζαν την αριθμητική υπεροχή των φτωχών. Τη θεωρία του Αριστοτέλη σχετικά με το μικτό πολίτευμα συνέχισε ο περιπατητικός φιλόσοφος Δικαίαρχος από τη Μεσσηνία στο έργο του «Τριπολιτικός», στο οποίο αναλύει το πολίτευμα της Σπάρτης. Το έργο αυτό δεν μας έχει σωθεί, αλλά εκείνα τα χρόνια είχε ασκήσει μεγάλη επίδραση και οι αναφορές που γινόταν σ’ αυτό ήταν εκτενείς.

Σύμφωνα, λοιπόν, με τον Πολύβιο οι Ρωμαίοι κατέληξαν τελικά στο πολίτευμά τους χωρίς τη μεσολάβηση ή την υπόδειξη κάποιου ιδιοφυούς πολιτικού ή νομοθέτη, αλλά μέσω της σωστής αποτίμησης των κοινωνικών κρίσεων και των πολιτικών περιπετειών της Ρωμαϊκής κοινωνίας, οι οποίες οδήγησαν στην πλήρη εξισορρόπηση των πολιτειακών χαρακτηριστικών: μοναρχικά (οι δύο ύπατοι), αριστοκρατικά (Σύγκλητος) και δημοκρατικά (λαός). Έτσι, κατά τον Πολύβιο, χάρη στο μικτό πολίτευμα των Ρωμαίων επιτεύχθηκε η ισορροπία των διαφόρων πολιτευμάτων και περιορίστηκαν οι δυνάμεις που προκαλούν τη φθορά. Αυτή ήταν η ουσία της πολιτικής του σκέψης.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] Μετά τη συντριπτική ήττα των Ρωμαίων στις Κάννες (2 Αυγούστου 216 π. Χ.)

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  1. von Fritz, The Theory of the Mixed Constitution in Antiquity. A critical Analysis Polybius’ Political Ideas, Columbia: University Press, 1954
  2. W. Africa, Phylarchus and the Spartan Revolution, London, Cambridge: University Press 1961
  3. F. W. Walbank, Aratos of Sicyon, Cambridge: University Press, 1933
  4. R. M. Errington, Philopoemen, Oxford: Clarendon Press, 1969
  5. Cl. Mossé, Les institutions politiques grecques a l’ époque classique, Paris: A. Colin, 1967
  6. Ralf Urbam, Wachstum und Krise des Achäischen Bundes. Quellenstudien zur Entwicklung des Bundes von 280 bis 222 v. Chr. (Historia, Einzelschriften 35), Wiesbaden: Steiner, 1979
  7. Rostovtzeff, Social and Economical History of the Hellenistic World, Oxford:1941
  8. Δ. Ι. Τσιμπουκίδης, Πολύβιος, ο μεγαλύτερος ιστορικός της ελληνιστικής εποχής, Αθήνα: Εντός, 1999
  9. Τ. Λίβιος, Ab Urbe Condita, xxxiv. 51. 4-6, xxxv. 34. 3
  10. Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Τομ. Δ’, Αθήνα: Εκδοτική Αθηνών, 1973
  11. John Briscoe, Rome and the Class Struggle in the Greek States 200-146 B. C., Past and Present, No 36, (Apr., 1967), pp. 3-20
  12. A. Brunt, The Journal of Hellenistic Studies, Vol. 76, (1956), pp. 143-144
  13. Shaye J. D. Cohen, Josephus, Jeremiah and Polybius, History and Theory, Vol. 21, No 3 (Oct. 1982), pp. 366-381
  14. S. Usher, Some Observations on Greek Historical Narrative from 400 to 1 B. C.: A Study in the Effect of Outlook and Environment on Style, The American Journal of Philology, Vol. 81, No 4 (Oct., 1960), pp. 358-372
  15. G. Sihler, Polybius of Megalopolis, The American Journal of Philology, Vol. 48, No. 1 (1927), pp. 38-81)
  16. John Briscoe, The Achaean League, The Classical Review, New Series, Vol. 31, No 1 (1981), pp. 89-95
  17. W. Wallbank, Polybius on the Roman Constitution, The Classical Quarterly, Vol. 37, No 3/4 (Jul.- Oct., 1943, pp. 73-89
  18. Janice J. Gabbert, Piracy in the Early Hellenistic Period, Greece and Rome, Second Series, Vol. 33, No 2 (Oct., 1986), pp. 156-163)
  19. Alexander Fuks, Agis, Cleomenes and Equality, Classical Philology, Vol. 57, No 3 (Jul., 1962), pp. 161-166

(1η δημοσίευση στη “ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΗ”, το περιοδικό της Πανελλήνιας Ένωσης Φιλολόγων, Τεύχος 136, σ. 68.)

ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΚΛΕΤΣΑΣ
Ο Αθ. Κλέτσας (Σάκης για τους φίλους) είναι κλασσικός φιλόλογος με μεταπτυχιακές σπουδές στην Διοίκηση Εκπαιδευτικών Μονάδων και τη Φιλοσοφία της εκπαίδευσης. Κατάγεται από τις Σέρρες και ζει μόνιμα στη Ρόδο, όπου υπηρετεί πλέον ως Διευθυντής του Σχολείου Δεύτερης Ευκαιρίας. Μιλάει λίγο, γράφει πολύ.
ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ