Η ΟΛΓΑ ΤΟΥ PICASSO

«Κάθε φορά που αλλάζω γυναίκα, πρέπει να καταστρέψω την προηγούμενη..» Για μένα υπάρχουν μόνο 2 είδη γυναικών: οι βασίλισσες του παρόντος μου και τα χαλάκια για την πόρτα του παρελθόντος μου…!!», είπε σε κάποια στιγμή αυθεντικού μισογυνισμού ο Ισπανός ζωγράφος… Τρου στόρυ

"Πορτραίτο της Όλγας στην πολυθρόνα" (λεπτομέρεια), 1917: Πίνακας του Pablo Picasso.

Ο Πικάσο (Pablo Picasso) είναι παγκοσμίως γνωστός και δεν χρειάζονται συστάσεις. Η Όλγα Χόχλοβα όχι, δεν είναι γνωστή. Ελάχιστη την γνωρίζουν και μάλιστα μόνο με την «ιδιότητά» της: ως την πρώτη γυναίκα του μεγάλου ζωγράφου. Και ποια ήταν αυτή; Μια ψιλόλιγνη χορεύτρια, με μαύρα μακριά μαλλιά, αδιόρατα εύθραυστη, σαν μίσχος από ένα ντελικάτο λουλούδι. Και αδιόρατα μελαγχολική, μια μελαγχολία, που μπορούσες να διακρίνεις με δυσκολία και μόνο όταν σε κοιτούσε εκείνο το πράσινο ζαφειρένιο βλέμμα. Η Όλγα Χόχλοβα ήταν η συντηρητική κόρη ενός Ρώσου στρατηγού, που τον «εξαφάνισαν» κατά τη διάρκεια της Οκτωβριανής επανάστασης.

Ας πάρουμε, λοιπόν, τα πράγματα απ’ την αρχή της ιστορίας τους. Εκατό χρόνια πριν… Ρώμη, 1917, στη δίνη ακόμα του Α’ Π. Π., του Μεγάλου Πολέμου, όπως τον έλεγαν (γιατί δεν γνώριζαν τότε τον Β’) ο 36χρονος Πάμπλο είναι καταρρακωμένος. Χάλια ο ζωγράφος μας… Μόλις χώρισε ή μάλλον μόλις τον χώρισε η ερωμένη του, η κατά 10 χρόνια νεότερή του Ιρέν Λαγκούτ, και ο καλλιτέχνης έχει χάσει κάθε διάθεση. Για να ξεφύγει, δέχεται να σχεδιάσει τα σκηνικά και τα κοστούμια του μπαλέτου «Παρέλαση» από τα ρωσικά μπαλέτα του Νταγκίλεφ, μια παράσταση που φιλοδοξούσε να ενώσει τον Κυβισμό με το Τσίρκο…!!! Και εκεί, σε μια πρόβα, θα αντικρίσει την Όλγα και θα ξεχάσει για πάντα την Ιρέν. Ήταν αυτό που λέμε «κεραυνοβόλος»…

Και ήταν να μην πέσει ο κεραυνός…!! Από κείνη τη στιγμή ο καλλιτέχνης ως γνήσιο Α male επιδόθηκε σε μια άγρια πολιορκία της καλλιπύγου Ρωσίδας, η οποία, όμως, αντιστεκόταν (και μάλιστα σθεναρώς) στην επιμονή, τη libido και την επιβλητική προσωπικότητα του Πάμπλο… Η δεύτερη άρνηση μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα αχνοφαινόταν στον ορίζοντα, όπως και τα ψυχολογικά του, κάνοντάς τον να φέρεται νευρωτικά, σαν πρωταγωνιστής σε ταινία του Αλμοδόβαρ. «Βρε, μπας και είναι ψυχωτική;», ρώτησε γεμάτος πείσμα τον Νταγκίλεφ. «Η Όλγα; Ε, όχι και ψυχωτική η Όλγα..!!! Por favor, hombre», του απάντησε ως «από μηχανής θεός» το αφεντικό της παράστασης και τον συμβούλεψε ν’ αλλάξει γραμμή πλεύσης. «Δεν είναι σαν τις άλλες η Όλγα, mi amigo», του είπε…!! «Μην την αντιμετωπίζεις, λοιπόν, όπως τις προηγούμενες…» Και του εξήγησε όλο το αυστηρό οικογενειακό περιβάλλον του στρατηγού-πατέρα της, που «δούλευε» υπό τις εντολές του πνέοντος τα λοίσθια Ρομανώφ του Β’. Αυτό ήταν..!! Ο ιδιοφυής Ισπανός άλλαξε ρότα, όπως και τα πολιορκητικά του μέσα. Αιφνιδιάζοντας την, λίγες μέρες μετά την πρεμιέρα της 18ης Μαΐου του 1917, τη ζητά σε γάμο…!!!!!

Την εποχή που ο Ισπανός ζωγράφος πολιορκεί την κόρη απ’ τα Ουράλια, η γενικότερη κατάσταση είναι όπως η ψυχική του υγεία: ταραγμένη σφόδρα…!!! Ήδη από τον Φεβρουάριο του ’17, όταν πρωτοσχεδίαζε τα κοστούμια για την παράσταση, τα τύμπανα της επανάστασης ηχούσαν σε κόκκινους ρυθμούς και το ένα αυτί της Όλγας ήταν στη μαμά Ρωσία. Στα πεδία των μαχών, πάλι, τα εθνικά κορμιά των εμπλεκομένων έπεφταν το ένα μετά το άλλο στο δρεπάνι του πανεθνικού Χάρου και όσοι δεν πολεμούσαν, είτε έβλεπαν όραμα την Παναγιά, όπως τα παιδάκια στη Φάτιμα ή γίνονταν βασιλιάδες όπως ο Αλέξανδρος στην Ελλάδα. Τι…;;; Κορόιδο ήταν..;;;

Για τον Πάμπλο, βέβαια, που δεν πολεμούσε, άλλο ήταν το δύσκολο: άντε τώρα να πείσει τη madre Πικάσο να δεχθεί την αλλοδαπή νύφη, που διάλεξε ο κανακάρης της… «Τι πας να κάνεις, mi hijo?» και «είναι οι Ρωσίδες όλες ένα μάτσο βιόλες» και «θα τη σκοτώσεις τη μανούλα» και άλλα τέτοια μητρικά του έγραφε, αλλά ο hijo Πικάσο ανένδοτος… Και για να την πείσει, της στέλνει μια ζωγραφιά της Όλγας, ντυμένης με την παραδοσιακή ισπανική φορεσιά (κάτι σαν τους δικούς μας ρασοφόρους, ένα πράμα, επί το λευκότερον, για να’ χετε μια ιδέα της εικόνας που αντίκρισε η κυρα-Μαρία…). Και τα κατάφερε ο γιος και την έφερε με τα νερά του. Και όχι μόνο έδωσε την συγκατάθεσή της η madre, αλλά με τον καιρό συμπάθησε αυτήν τη σεμνή, μελαγχολική γυναίκα που δεν ήταν Ισπανίδα… Δημιούργησαν μια ιδιαίτερη, δυνατή, δική τους σχέση. Μάλιστα, σε μια συνάντησή τους, η παρ’ ολίγον θανάσιμη πεθερά θα πει στη νύφη της: «καημένη μου, πού πήγες και έμπλεξες; Ο γιος μου σκέφτεται μόνο τον εαυτό του και την Τέχνη του…!! Δε θα ευτυχήσεις μαζί του..!! Καμιά γυναίκα δε θα είναι ευτυχισμένη μαζί του..!!!» Αυτές οι μάνες… Η προαιώνια μάχη νύφης-πεθεράς εδώ έληξε γρήγορα..

Παρά, λοιπόν, τις αρχικές αντιρρήσεις της μαμάς Πικάσο, που του έγραφε, όπως είπαμε, από τη Μάλαγα «παπούτσι από τον τόπο σου κι ας είναι μπαλωμένο, mi hijo..»,  η corazon  του γιου Πικάσο ήταν δοσμένη πια ολοκληρωτικά στην αλλοδαπή καλλονή και, έτσι, τον Ιούλιο του 1918, γιος, μαμά και όλα τα σόγια μαζεύτηκαν σ’ έναν ρώσικο Καθεδρικό ναό του Παρισιού και αντάλλαξαν οι νεόνυμφοι όρκους αιώνιας πίστης… «Da», αναφώνησε η κόρη, «Si» ο Πάμπλο και τα ρύζια έπεσαν σύννεφο, όπως σύννεφο έπεσαν και τα κορμιά όσων πολεμούσαν ακόμα στον ποταμό Μάρνη. Στη δε Ρωσία πέφτουν και κει κορμιά. Ο Τσάρος και η οικογένειά του μετοικούν εν τόπω χλοερώ και αναπαύσεως, δεχόμενοι τα κόκκινα πυρά των Μπολσεβίκων και αφού έχουν δει λίγους μήνες πριν την πρωτεύουσα της χώρας να παίρνει τα μπογαλάκια της και να πηγαίνει στη Μόσχα… Στη Μόσχα, αδελφές μου…!!! Γη, Ψωμί, Ειρήνη … και βότκα…!!!!!!

Για τον Πάμπλο, όμως, πέρα βρέχει..!! Και το πέρα ήταν κάπου εκεί, στη Rue La Boesie, σ’ ένα καινούριο διαμέρισμα, όπου στέγασαν τον έρωτά τους ένα βροχερό πρωινό… Στο νέο τους σπίτι…! Τι ευτυχία..!!! Ο Πάμπλο αισθάνεται μια πλήρωση, που τη νιώθει για πρώτη φορά..!! Περνούσαν καλά στις κάμαρες κι αυτό «έβγαινε προς τα έξω».. Η Όλγα θα γίνει η Μούσα του και θα του εμπνεύσει εκατοντάδες έργα. Ο Ισπανός εκτός από απ’ τα καθήκοντά του απέναντι στη νόμιμη συμβία του, θα εκτελεί με αστείρευτη συνέπεια τα καθήκοντά του και απέναντι στην έτερη συμβία του, την Τέχνη. Οι μήνες του μέλιτος θα είναι πολλοί… όπως και τα έργα του. Με μοναδικό μοντέλο εκείνη… Που ισορροπημένη, πλέον, εγκαταλείπει τον χορό και την καριέρα της, για να αφοσιωθεί στους άνδρες της ζωής της, τον Πάμπλο και τον μικρό Πάολο, όπως θα ‘κανε οποιαδήποτε άλλη μάνα στο Παρίσι του Μεσοπολέμου. Ο άνδρας της είχε, πλέον, λεφτά…

Κάποτε, όμως, το μέλι στερεύει.. όπως και ο Έρωτας.. όπως και όλα τα ωραία πράγματα που τα ξοδεύεις σε καθημερινή βάση, αν και είναι πεπερασμένα… Ειδικά αν η καρδιά σου είναι σορόπα, όπως αποδείχθηκε –τελικά- ότι ήταν η corazon του όχι και τόσο μονογαμικού Πάμπλο. Και έτσι, μετά από δέκα χρόνια ευτυχισμένου έγγαμου βίου, λίγο η καθημερινότητα και λίγο η Τύχη θα κάνουν ένα χειμωνιάτικο απόγευμα την καρδιά του την σορόπα να χτυπήσει ξανά πολύ δυνατά. Μέσα στο Gallerie Lafayette τα μάτια του ζωγράφου θα πέσουν αδηφάγα πάνω στους χυμούς της κατάξανθης Marie-Terez Walter, μόλις 17 εφηβικών Μαΐων… Θα την ακολουθήσει εκστασιασμένος και λίγο πριν μπει η νεαρά στο Μετρό, θα της πιάσει το χέρι και θα της αποκαλύψει την ταυτότητά του, αλλά και προφητικά το κοινό τους μέλλον: «είμαι ο Picasso και μαζί θα κάνουμε σπουδαία πράγματα..!!» θα της πει και η εφηβική της ψυχή θα ανταριαστεί απ’ το βάρος του ονόματος που άκουσε. Και επειδή παντού υπάρχει μια λολίτα (όπως δίδαξε δεκαετίες αργότερα ο Jeremy Irons), που θα ψάχνει για έναν καλλιτέχνη του διαμετρήματος του Πικάσο, προκειμένου να υλοποιήσει τις όποιες επιθυμίες της και να αξιοποιήσει το όποιο ταλέντο της (εντός ή εκτός εισαγωγικών), εξαργυρώνοντας τα φυσικά της κάλλη και δαπανώντας «εργατώρες» στις ορέξεις του Μαικήνα της, στην ερωτική εξίσωση προστέθηκε και τρίτος όρος. Που μαζί με τον έρωτα του Πάμπλο εγκαταστάθηκαν λίγα μέτρα πιο κάτω απ’ το συζυγικό σπίτι του. Ο πόθος έφυγε απ’ τη μια παστάδα και εγκαταστάθηκε σε μια άλλη, 200 μέτρα μακριά… Ε όχι, ρε Πάμπλο…!!!

Και έτσι, λοιπόν, ο Πάμπλο μπαινόβγαινε από παράθυρο σε παράθυρο και μαζί του πηγαινοερχόταν και ο Έρωτάς του για την οριακά ανήλικη Μαρί-Τερέζ. Για αρκετά χρόνια από κει και πέρα θα καταφέρει με απαράμιλλη μαεστρία να μπερμπαντεύει κυριολεκτικά κάτω από τη «γαλλική» μύτη της ρωσίδας συζύγου του. Θα ζει μια δεύτερη ζωή γεμάτη πάθος και αχαλίνωτο αισθησιασμό, ενώ κάθε μέρα που περνά, θα τον κάνει όλο και πιο τρελό για την νεαρή ξανθιά. Όμως, ο θεός αγαπάει τον κλέφτη, αγαπάει και τον νοικοκύρη.. Και εκεί που όλα φάνταζαν ιδανικά για τον Πάμπλο, μια απροσεξία του θ’ αλλάξει για πάντα τον προσεκτικά σχεδιασμένο και ιδανικό του κόσμο. Η απατημένη σύζυγός του δε θα τελεί, πλέον, εν αγνοία… Θα βρει μια ξεχασμένη φωτογραφία της μικρής (ενήλικης, πλέον) στο πορτοφόλι του ανδρός της και θα χάσει τη γη κάτω απ’ τα πόδια της. Οποία δυστυχία..!!! Ο άνδρας για τον οποίο παράτησε γονείς, πατρίδα και καριέρα, την έχει μετατρέψει σε ένα συμπαθέστατο καριμπού…!! Άλλοι, βέβαια, βιογράφοι του σπουδαίου καλλιτέχνη λένε πως ο ίδιος ο Πάμπλο αποκάλυψε τα πάντα στη γυναίκα του, όταν η Μαρί-Τερέζ στα 24 της, πλέον, έμεινε έγκυος. Όπως και να ‘χει, το αποτέλεσμα ήταν το ίδιο… Η Όλγα δεν είχε σκοπό να τον συγχωρήσει ποτέ…!!!

Γιατί πόσο ν’ αντέξει η δόλια ρωσίδα τη νέα της.. «κόμη»; Την ενοχλούσαν… πώς να το κάνουμε; Είδε κι απόειδε –ο Πάμπλο ήταν ωσεί παρών τόσο στη συζυγική κρεβατοκάμαρα όσο και στ’ άλλα δωμάτια- και αποφάσισε να πάρει των ομματιών της (και τον μικρό Paolo) και να γυρίσει στη μαμά της. Ζήτησε διαζύγιο και επειδή είχε σαΐνια δικηγόρους, εκτός των ομματιών της, ήθελε να πάρει και τη μισή του περιουσία..!! Τι..; Τόσα χρόνια έτσι του έπλενε; Και ο Πάμπλο, βέβαια, σοκ..!!! Δεν ήθελε με τίποτα, δεν μπορούσε, δεν ήταν σε θέση να την αποχωριστεί..!!! Τη λάτρευε.. Ήταν εξαρτημένος απ’ αυτήν..! Την περιουσία του, βέβαια, όχι τη γυναίκα του… Και πείσμωσε.. Και το διαζύγιο δεν της το έδωσε ποτέ, επισήμως τουλάχιστον..!! Δεν υπήρχε ούτε καν ως σκέψη στο μυαλό του.. Απλά πήγε να μείνει λίγο πιο κάτω στο δρόμο, με την ξανθιά ενζενί, δίνοντας στην Όλγα μηνιαίως ένα παχυλό εισόδημα για το παντεσπάνι της το επιούσιον..

Μα πώς αλλάζουν οι άνθρωποι…!! Από τα «γιατί χωρίς εσένα δεν μπορώ» και «μακριά σου η ζωή μου είναι άδεια, είμαι στα σκοτάδια» και όλα αυτά τα μεγαλόσχημα και ηχηρά, που σε κάνουν να ξεστομίζεις η καψούρα και η ανικανοποίητη libido, κάποια στιγμή περνάς στα «ευχολόγια» του τύπου «χαιρετίσματα στη μάνα σου τη μάγισσα και να μη σε ξαναδώ». Και ο Πάμπλο, φυσικά, δε θα αποτελούσε εξαίρεση… Ίδια η πορεία, ίδια η κατάληξη..!! Και εντελώς ξαφνικά ο 53χρονος, πλέον, Πάμπλο άρχισε να παρουσιάζει την αλλοτινή μεγάλη του αγάπη και Μούσα ως μια καταθλιπτική, νευρωτική, σνομπ, ανοργασμική και υπερβολικά σπάταλη γυναίκα. Όπου κι αν βρισκόταν, έλεγε με.. «παράπονο» για το «στρατό» των υπηρετών, που απαιτούσε ως άλλη Μαρία Αντουανέτα η πρώην μεγάλη του αγάπη, ενώ όταν ήταν στις καλές του και είχε κέφια, την σχολίαζε πιο «βελούδινα» λέγοντας: «έχουμε αγεφύρωτο χάσμα στην καθημερινότητά μας. Εγώ («ο αγνός ο αμνός του Θεού») αρκούμαι στα λουκάνικα και τα φασόλια, ενώ η Όλγα δεν τρώει, αν δεν υπάρχει τσάι και χαβιάρι..» Εντάξει..!!!! Είπαμε, Πάμπλο, να μαλώσετε, αλλά όχι κι έτσι..!!!!!

Εκεί, λοιπόν, κάπου στα 1935, τη χρονιά που η Αμέλια Έρχαρτ πετάει ολομόναχη στους αιθέρες και στην Ελλάδα επιστρέφει πανηγυρικά ο Γεώργιος ο Β’ με τη βοήθεια του Κονδύλη (και το.. «αντικειμενικό» του δημοψήφισμα), αρχίζει το δράμα της Όλγας… Δεν μπορεί, δυστυχώς, να διαχειριστεί ούτε τον πόνο της προδοσίας ούτε τη chagrin d’ amour για τον πρώην άνδρα της. Και ήταν τόση η αγάπη της, που όταν ο Πικάσο εγκαταστάθηκε αργότερα κάπου στη νότια Γαλλία, παρά τον πόνο και τα όσα της είχε κάνει και πει και παρά την ηλικία του ζωγράφου (ήταν σ’ εκείνη τη φάση πάνω από 63), αυτή τον ακολούθησε με λιγοστά υπάρχοντα (όσα χωρούν σε 2 βαλίτσες) από το ένα ξενοδοχείο στο άλλο, για να μπορεί να τον βλέπει, έστω και από μακριά, να αισθάνεται κάπως δίπλα του, κοντά του, ν’ αναπνέει τον ίδιο αέρα μ’ αυτόν… Έφτασε στο σημείο να του ζητήσει να ξαναγυρίσει πίσω, να ξαναφτιάξουν το γάμο τους, ν’ αρχίσουν απ’ την αρχή, να δώσουν στην «αγάπη» τους μια δεύτερη ευκαιρία… Εκείνος, όμως, ανένδοτος…!!! Όχι μόνο δε θέλει να τη συναντήσει, αλλά δεν απαντά και στα μουσκεμένα από τα δάκρυα γράμματα, που του στέλνει απ’ τα διπλανά δωμάτια των ξενοδοχείων…

Λίγο καιρό μετά η απόρριψη και ο πόνος θα απαιτήσουν μερίδιο απ’ το σώμα της Όλγας (όχι μόνο την ψυχή). Η κακιά αρρώστια θα αποτελέσει την τελευταία της συντροφιά, εκεί κάπου σ’ ένα νοσοκομείο στις Κάννες, δίπλα απ’ τους Bon viveur και τις ενζενί, αλλά μακριά απ’ τον Πάμπλο. Πόσες φορές έριξε την αξιοπρέπειά της στέλνοντας τον γιο τους, για να του ζητήσει να ‘ρθει για μια τελευταία φορά…!! Απλά να τον δει… Χωρίς άλλους όρους, χωρίς δεσμεύσεις… Κι όμως, ακόμα και λίγο πριν το τέλος, ο Πικάσο δε φιλοτιμήθηκε να επισκεφθεί την πρώτη του συμβία και Μούσα, ακόμα και όταν ο γιος τους του είπε ότι ο βαρκάρης απ’ την Αχερουσία την έχει πάρει σχεδόν απ’ το χέρι…!!! Ήταν,  βλέπετε, απασχολημένος… Ζωγράφιζε την καινούρια του αγάπη… Πού καιρός για την Όλγα…

«Κάθε φορά που αλλάζω γυναίκα, πρέπει να καταστρέψω την προηγούμενη..» Για μένα υπάρχουν μόνο 2 είδη γυναικών: οι βασίλισσες του παρόντος μου και τα χαλάκια για την πόρτα του παρελθόντος μου…!!», είπε σε κάποια στιγμή αυθεντικού μισογυνισμού ο Ισπανός ζωγράφος… Και απ’ ό, τι έδειξε η συμπεριφορά του προς την Όλγα, μάλλον το πίστευε… Οι περισσότερες απ’ τις γυναίκες της ζωής του είτε τρελάθηκαν είτε αυτοκτόνησαν, όπως η Μαρί-Τερέζ (ναι, η ξανθιά ενζενί, που προαναφέραμε, για την οποία ο Πάμπλο είχε χωρίσει την Όλγα), που μπήκε στην άκρη, όταν εμφανίστηκε στο προσκήνιο η επόμενη… Τόσο απλά…!! Θέλω, όμως, να φαντάζομαι τον Πικάσο να διαβάζει κάποια στιγμή, λίγο πριν τον θάνατό του, το 1973, ένα σκονισμένο οικογενειακό λεύκωμα, από κείνα με το χοντρό χαρτόνι και τα αποξηραμένα λουλούδια απ’ τις γλάστρες τους, εκεί στη Rue La Boesie… Θέλω να φαντάζομαι ότι έβλεπε μια φωτογραφία της με μια γλυκιά μελαγχολία και όχι χαιρέκακα, όπως την αρνιόταν στο παρελθόν… Και δε μ’ ενδιαφέρει, αν δάκρυσε… Θα ‘θελα, απλά, να χαμογέλασε, καθώς τον τρυπούσε η μνήμη…

Καλό βράδυ σ’ όλους…

(Απ’ τα ραδιοφωνικά μας ταξίδια στο Κόκκινο της Ρόδου και τους 103,7)

Προηγούμενο άρθροFACEBOOK, ΠΡΟΤΡΟΠΗ ΣΕ ΒΙΑ ΚΑΙ ΠΟΙΝΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ
Επόμενο άρθροΕΝΑ ΚΑΠΡΙΤΣΙΟ ΤΗΣ ΤΥΧΗΣ…
ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΚΛΕΤΣΑΣ
Ο Αθ. Κλέτσας (Σάκης για τους φίλους) είναι κλασσικός φιλόλογος με μεταπτυχιακές σπουδές στην Διοίκηση Εκπαιδευτικών Μονάδων και τη Φιλοσοφία της εκπαίδευσης. Κατάγεται από τις Σέρρες και ζει μόνιμα στη Ρόδο, όπου υπηρετεί πλέον ως Διευθυντής του Σχολείου Δεύτερης Ευκαιρίας. Μιλάει λίγο, γράφει πολύ.
ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ