Γιατί ΔΕΝ πρέπει να δείτε το “Joker”

Ο κόσμος θέλει απλά από τους ψυχικά αρρώστους να συμπεριφέρονται σα να είναι καλά

Υπάρχει μια σκηνή στο “Christmas Carol” του Κάρολου Ντίκενς, όπου το δεύτερο πνεύμα των Χριστουγέννων ανοίγει το παλτό του και εμφανίζονται δύο ρακένδυτα παιδιά, τα δύο παιδιά του Ανθρώπου, η Άγνοια κι η Αδιαφορία. Τότε ήταν μια εποχή, κατά την οποία η βιομηχανική επανάσταση είχε τους δικούς της παρίες, τους δικούς της αδύναμους κρίκους στην “τροφική” αλυσίδα του κόσμου, τα δικά της παιδιά ενός κατώτερου Θεού. Και καθώς δεν υπήρχε τεχνολογία, η Άγνοια ήταν ως ένα βαθμό δικαιολογημένη κι αναμενόμενη. Σήμερα, όχι. Σήμερα η Άγνοια δε δικαιολογείται. Κανείς μας δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι δε γνωρίζει. Υπάρχουν πολλά μέσα ενημέρωσης και προβολής γεγονότων.

Αν, λοιπόν, ξαναγραφόταν στην εποχή μας το συγκεκριμένο έργο, θα εξέλιπε το ένα παιδάκι, η Άγνοια. Γιατί δεν έχουμε άγνοια, κανείς μας δεν έχει. Όλοι γνωρίζουμε ότι εκεί έξω υπάρχουν δυσλειτουργικές οικογένειες, γονείς-τέρατα, παιδιά παρατημένα στην τύχη τους, παρίες του συστήματος, άστεγοι, άνθρωποι του περιθωρίου, κάτω από το όριο της φτώχειας. ‘Ολοι γνωρίζουμε ότι υπάρχουν άρρωστοι που δεν έχουν πρόσβαση στο σύστημα υγείας, ότι υπάρχουν ψυχικά ασθενείς, που μπαινοβγαίνουν σε ιδρύματα. Όλοι γνωρίζουμε ότι ο Γιάννης Αγιάννης ξανακλέβει, για να ταΐσει τα παιδιά του.

Και μας μένει η Αδιαφορία. Μας μένει η περιφρούρηση του μικρόκοσμού μας. Η στυγνή επιδίωξη της προσωπικής μας διαβίωσης (όχι επι-βίωσης). Μας μένει η άρνηση μιας άλλης παράλληλης πραγματικότητας, που τη νιώθουμε απειλητική, γιατί οι παράμετροί της είναι διαφορετικοί: ρούχα, μυρωδιά, κοινωνικό status, χρώμα δέρματος, αντίληψη της πραγματικότητας. Αυτό που μας ενδιαφέρει είναι ο εαυτός μας και τα δικά του ζόρια. Των άλλων τα ζόρια δε μας ενδιαφέρουν. Οι απόβλητοι καθίστανται είτε αόρατοι είτε παρείσακτοι, βδελυροί και μιάσματα. Ό,τι δεν είναι politically correct, το σύστημα το περιθωριοποιεί, ακόμα κι αν η μόνη πρόθεση κάποιου παρία είναι να κάνει το παιδάκι στο λεωφορείο να γελάσει.

Για να δούμε τώρα και τα της ταινίας και πώς συνδέεται αυτή με τα παραπάνω, αρχίζοντας από μια γενική παραδοχή: ο κόσμος έχει ανάγκη από ήρωες. Και στον φαντασιακό κόσμο των σούπερ ηρώων (της DC, εν προκειμένω) ήταν απαραίτητη η στιβαρή ύπαρξη ενός κακού, για να αποτελέσει το αντίβαρο στο δίπολο “καλό-κακό”, για να δικαιολογηθεί η ύπαρξη του σούπερ ήρωα, του κάθε -μαν (σούπερ-μαν, σπάιντερ-μαν, μπατ-μαν, κ.α.). Στη ζωή, όμως, η αλήθεια είναι άλλη και η διπολική πραγματικότητα αφορά το “σωστό” και το “λάθος”. Κι εδώ η έννοια του σωστού υπαγορεύεται από τον δυνατό και όσους ελπίζουν να γίνουν δυνατοί. Οι υπόλοιποι οφείλουν να προσαρμόζονται, όσο είναι δυνατόν, με κανόνες και νόρμες που φτιάχτηκαν χωρίς αυτούς και χωρίς να τους λάβουν υπόψη, αλλιώς να αποσυρθούν στα παρασκήνια της κοινωνίας, αφήνοντας στη σκηνή ανενόχλητους τους πρωταγωνιστές της. Είναι αυτό που λέγεται κάποια στιγμή στην ταινία “ο κόσμος θέλει απλά από τους ψυχικά αρρώστους να συμπεριφέρονται σα να είναι καλά” .

Αυτό, καταρχάς, θέλει να κάνει ο Todd Phillips με τον Joker του: να κάνει τον θεατή ν’ ανοίξει τα μάτια του, να δει -όχι θεωρητικά κι εκ του βιβλίου- ποιος και τι γεννά τη βία, να δει ποιος στην ουσία τραβά τη σκανδάλη στο όπλο του “κακού”. Κρατά έναν τεράστιο καθρέφτη και τον στρέφει σε όποιον βλέπει την ταινία, σε όλους εμας, οι οποίοι την ώρα που ο Τζόκερ σκότωνε το πρώτο του θύμα, μασουλούσαμε ίσως αδιάφορα τα ποπ κορν μας, κοιτώντας ερευνητικά τη βία ως αντίδραση στη βία. Είναι σα να μας δείχνει με το δάκτυλο και να μας ρίχνει ευθύνες. Μεγάλες ευθύνες. Όχι, όμως, τις μεγαλύτερες. Γιατί οι μεγαλύτερες θα διατυπωθούν παρακάτω.

Υπάρχει, λοιπόν, ένα σημείο στην ταινία που κατονομάζει και τον δεύτερο αίτιο. Το σημείο-κλειδί της ταινίας (όσοι θέλουν να τη δουν, ας διαβάσουν διαγώνια τα παρακάτω): η στιγμή που η (μαύρη) κοινωνική λειτουργός ανακοινώνει στον λευκό Άρθουρ Φλεκ (Χ. Φοίνιξ) ότι διακόπτονται όλα τα προγράμματα ψυχικής υγείας, χάρη στα οποία μπορούεσε να πάρει τα φάρμακά του και να επισκέπτεται γιατρούς, ελπίζοντας σε μια σχετική “κανονικότητα”. Ένα ευρηματικό αναποδογύρισμα των ταξικών στεγανών, όπου οι διαχωρισμοί δυνατού-αδύνατου όχι μόνο αλλάζουν θέση, αλλά και διαλύονται εντελώς: “ανθρώπους σαν και εσένα σάς έχουν χεσμένους, Αρθουρ, όπως έχουν χεσμένους και ανθρώπους σαν εμένα» του λέει η αδιάφορη δημόσια υπάλληλος, γυρνώντας ακούσια τη “βίδα” στο ούτως ή άλλως ταραγμένο μυαλό του ασθενή της. Κι από δω και μετά αλλάζουν όλα.

Πράγματι, το 1988 ο Ρόναλτ Ρέιγκαν έκοψε τις επιδοτήσεις σ’ όλα τα ομοσπονδιακά προγράμματα που αφορούσαν την ψυχική υγεία , παρατώντας στην τύχη τους χιλιάδες ασθενείς, που μέχρι εκείνη τη στιγμή κατέφευγαν σε κρατικές δομές για τη θεραπεία και τα φάρμακά τους, αναγκάζοντάς τους να βγουν στην παρανομία και τη φυλακή. Την ίδια περίοδο, ο Αμερικανός Πρόεδρος άνοιξε το δρόμο στα ιδιωτικά σωφρονιστικά ιδρύματα και το σχέδιο υπέρ αυτών ήταν προφανές . Η νεοφιλελεύθερη πολιτική της Αμερικής έσπρωχνε τους ψυχικά ασθενείς της στα ιδιωτικά συμφέροντα. Αυτήν την απόφαση στηλιτεύει η ταινία, δείχνοντας, παράλληλα, τον έτερο αίτιο της βίας: την πολιτική βούληση. Η πολιτική απόφαση να αφεθεί ο Άρθουρ στην τύχη του, τον αποτελείωσε, τον έσπρωξε στο κενό του ψυχισμού του κι έκρινε το μέλλον του (και το μέλλον πολλών) στην ταινία.

Δε χρειάζεται να γίνει αναφορά στην ερμηνεία του Χ. Φοίνιξ, στο Όσκαρ που θα πάρει, στο αν το πρόσωπό του κάποιες στιγμές θυμίζει μάσκα αρχαίας τραγωδίας, στο αν και πόσο έπεισε ο ίδιος κι η πλοκή της ταινίας. Ο καθένας βλέπει κάποια πράγματα με το δικό του αντιληπτικό “οπλοστάσιο”. Για το τέλος, αντί αυτών, υπάρχει ένα ακόμα μικρό spoiler: όταν συνδύασα στο αμάξι (κατά την επιστροφή στο σπίτι) το τέλος με την όλη ιστορία του Τζόκερ και του Μπάτμαν (άργησα να τη συσχετίσω, η αλήθεια) συνειδητοποίησα ότι το αγοράκι που βλέπει στο τέλος να δολοφονούν τους γονείς του είναι ο μετέπειτα Μπάτμαν. Τον πατέρα του (που δεν είναι τόσο καλός και φιλάνθρωπος, τελικά) δεν τον σκοτώνουν κακοποιοί, αλλά επαναστατημένοι παρίες. Παράλληλα, όμως, σκέφτηκα πως όταν ξαναδώ τον Μπάτμαν, θα συμπαθώ λίγο πλεόν και τον Τζόκερ (ή τον Χ. Φοίνιξ-Τζόκερ, δεν ξέρω). Κι αν το “συμπαθώ” ακούγεται τραβηγμένο, τουλάχιστον θα τον κατανοώ κι ίσως εν μέρει θα τον δικαιολογώ. Κι αυτό λέγεται ενσυναίσθηση. Αλλά για να τη νιώσεις, πρέπει να γυρίσεις την ιστορία ανάποδα.

Και αυτό κάνει η ταινία…

ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΚΛΕΤΣΑΣ
Ο Αθ. Κλέτσας (Σάκης για τους φίλους) είναι κλασσικός φιλόλογος με μεταπτυχιακές σπουδές στην Διοίκηση Εκπαιδευτικών Μονάδων και τη Φιλοσοφία της εκπαίδευσης. Κατάγεται από τις Σέρρες και ζει μόνιμα στη Ρόδο, όπου υπηρετεί πλέον ως Διευθυντής του Σχολείου Δεύτερης Ευκαιρίας. Μιλάει λίγο, γράφει πολύ.
ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ